Συνολικές προβολές σελίδας

Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα 7ο Γυμνάσιο Λάρισας. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα 7ο Γυμνάσιο Λάρισας. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

7ο Γυμνάσιο Λάρισας: "Πέτρινοι Φάροι – Μνημεία Πολιτισμού"

Συντονίστρια Εκπαιδευτικός: Χουρμουζιάδου Δέσποινα

Παιδαγωγική Ομάδα: Βαϊόπουλος Αθανάσιος, Καστώρη Ελένη


.....Είδα πέρα, μακριά, στην άκρια της ψυχής μου μυστικά να διαβαίνουνε φάροι ψηλοί ξωμάχοι.

Στους γκρεμούς τραβερσωμένα κάστρα…..


Άξιον Εστί - Οδ. Ελύτης


Στο Πρόγραμμα συμμετείχαν 55 Μαθητές και Mαθήτριες της Γ΄ Γυμνασίου

ΤΗΝ ΕΡΓΑΣΙΑ ΜΑΣ ΜΠΟΡΕΙΤΕ ΝΑ ΒΡΕΙΤΕ ΣΤΗΝ ΙΣΤΟΣΕΛΙΔΑ ΤΟΥ ΣΧΟΛΕΙΟΥ ΜΑΣ: http://7gym-laris.lar.sch.gr/perivalon/per_faroi3.htm


ΣΤΟΧΟΙ ΤΟΥ ΠΡΟΓΡΑΜΜΑΤΟΣ
 Α. ΓΝΩΣΤΙΚΟΙ ΣΤΟΧΟΙ:
Να γνωρίσουν οι μαθητές:
 Την αναγκαιότητα των φάρων.
 Το ρόλο τους στην αποφυγή ναυαγίων.
 Τον τρόπο κατασκευής και θεμελίωσης.
 Τη χρήση των υλικών ανέγερσης άλλοτε και σήμερα.
 Τη χρήση για τη λειτουργία διαφόρων μορφών ενέργειας [ λάδι, πετρέλαιο, ασετιλίνη, φωτοβολταϊκά στοιχεία.]

 Β΄. ΣΥΝΑΙΣΘΗΜΑΤΙΚΟΙ ΣΤΟΧΟΙ:
 Να γνωρίσουν την αρχιτεκτονική «αγράμματων» μαστόρων.
 Να ηρεμήσουν μέσα στο ειδυλλιακό τοπίο.

 Γ΄ ΨΥΧΟΚΙΝΗΤΙΚΟΙ ΣΤΟΧΟΙ:
 Οι μαθητές δουλεύοντας σε ομάδες μαθαίνουν να συνεργάζονται.
 Αναπτύσσουν την ικανότητα της παρατήρησης και της έρευνας.
 Εκφράζονται ελεύθερα και δημιουργικά.

 Δ΄ ΠΕΡΙΒΑΛΛΟΝΤΙΚΟΙ ΣΤΟΧΟΙ:
 Να μάθουν να αναλαμβάνουν πρωτοβουλίες και να συνειδητοποιήσουν πόσο σημαντικό ρόλο μπορούν να παίξουν στην επίλυση περιβαλλοντικών προβλημάτων.

ΥΠΟΘΕΜΑΤΑ
 H ΙΣΤΟΡΙΚΗ ΕΞΕΛΙΞΗ ΤΩΝ ΦΑΡΩΝ
 ΤΑΥΤΟΤΗΤΑ ΤΩΝ ΦΑΡΩΝ
 ΑΡΧΙΤΕΚΤΟΝΙΚΗ ΤΩΝ ΦΑΡΩΝ
 ΓΕΝΝΗΣΗ ΤΟΥ ΦΑΡΙΚΟΥ ΔΙΚΤΥΟΥ
 ΥΠΗΡΕΣΙΑ ΦΑΡΩΝ - ΦΑΡΟΠΛΟΙΑ
 ΑΚΜΗ ΚΑΙ ΠΑΡΑΚΜΗ ΤΩΝ ΦΩΤΕΙΝΩΝ ΓΙΓΑΝΤΩΝ
 ΠΕΤΡΙΝΟΙ ΦΑΡΟΙ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΑΣ
 Η ΖΩΗ ΤΟΥ ΦΑΡΟΦΥΛΑΚΑ
 Η ΣΗΜΑΣΙΑ ΤΩΝ ΦΑΡΩΝ
 S. O. S ΕΚΠΕΜΠΟΥΝ ΟΙ ΕΛΛΗΝΙΚΟΙ ΦΑΡΟΙ
 ΑΠΟΚΑΤΑΣΤΑΣΗ & ΕΝΑΛΛΑΚΤΙΚΕΣ ΧΡΗΣΕΙΣ ΦΑΡΩΝ
 ΤΟ ΣΥΜΒΟΛΟ ΚΑΙ Η ΓΟΗΤΕΙΑ ΤΟΥ ΦΑΡΟΥ
 ΟΙ ΦΑΡΟΙ ΣΤΗ ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΑ

Η ΕΠΙΣΚΕΨΗ ΜΑΣ
Στις 26-28 Απριλίου 2012 η Περιβαλλοντική Ομάδα πραγματοποίησε τριήμερη εκδρομή σε Άρτα Πρέβεζα και Λευκάδα. Στα πλαίσια αυτής της εκδρομής επισκεφθήκαμε το ΚΠΕ Αράχθου και το Μουσείο Φάρων, που στεγάζεται στο Φαρόσπιτο του Φάρου της Κόπραινας, καθώς και το Φάρο της Λευκάδας, που βρίσκεται στο Φρούριο της Αγίας Μαύρας. Την ομάδα συνόδευσαν οι καθηγητές: κ.κ. Χουρμουζιάδου Δέσποινα ΠΕ05, Βαϊόπουλος Αθανάσιος ΠΕ11, Σερέτη Φανή ΠΕ06 και Λίτσιος Ιωάννης ΠΕ01.


Ο ΦΑΡΟΣ ΤΗΣ ΚΟΠΡΑΙΝΑΣ
Ο φάρος αυτός κατασκευάστηκε το 1893 και βρίσκεται στην Κόπραινα του νομού Αρτας. Επειδή ο Αμβρακικός κόλπος είχε αβαθή νερά έπρεπε να κατασκευαστεί ένας φάρος που να βοηθά τα καράβια να κάνουν ασφαλή το διάπλου. Ο φάρος είναι κυλινδρικός πύργος, ύψους εννέα μέτρων. Θεμελιώθηκε σε πασσάλους καρφωμένους στο έδαφος. Αρχικά είχε έναν εξωτερικό κλειστό διάδρομο που συνέδεε τον πύργο του Φάρου με την κατοικία του φαροφύλακα. Κατά τη διάρκεια του Β’ Παγκοσμίου πολέμου το λιμάνι βομβαρδίστηκε και ο πύργος του φάρου καταστράφηκε. Για μια πενταετία έμεινε ανενεργός. Το 1945, στα πλαίσια ανασυγκρότησης του φαρικού δικτύου, επαναλειτούργησε ως επιτηρούμενος με φαροφύλακα και με πηγή ενέργειας το πετρέλαιο. Το 1957 αντικαταστάθηκε το μηχάνημα του πετρελαίου με αυτόματο πυρσό ασετυλίνης. Το 1985 έγινε μετατροπή του φάρου σε ηλιακό, με χαρακτηριστικό φως τις δυο λευκές αναλαμπές μ’ ένα ερυθρό τομέα ανά 16 δευτερόλεπτα και φωτοβολία πέντε ναυτικά μίλια.
Η Κόπραινα (Αλυκή) ήταν λιμάνι με σημαντική εμπορική κίνηση από τη Βυζαντινή εποχή και καθ' όλη τη διάρκεια της Τουρκοκρατίας μέχρι και τις αρχές του 20ου αιώνα. Σήμερα έχουν γίνει αναστηλώσεις στα παλιά κτίρια και το μέρος παρουσιάζει μεγάλο ενδιαφέρον για τον επισκέπτη.
Το κτίριο του φάρου σήμερα λειτουργεί σαν Μουσείο το οποίο εγκαινιάστηκε τον Οκτώβριο του 2000. Το μουσείο βασικά στεγάζεται στο σπίτι του φαροφύλακα το οποίο βρίσκεται δίπλα στον Πετρόκτιστο φάρο. Τα εκθέματα περιλαμβάνουν εργαλεία και όργανα παλιών φάρων. Επίσης παρουσιάζονται: Ο μηχανισμός λειτουργίας των φάρων, η χρησιμότητά τους στην πλοήγηση, η ζωή του φαροφύλακα, ορισμένα στοιχεία της τοπικής ιστορία της Κόπραινας. Από την ταράτσα του μουσείου έχετε πανοραμική θέα του υγρότοπου, της εκβολής του Βωβού ποταμού και του Δέλτα του Αραχθου.
Ο ΦΑΡΟΣ ΤΗΣ ΛΕΥΚΑΔΑΣ
Στον προμαχώνα του Παντοκράτορα, στο βόρειο τμήμα του Φρουρίου της Αγίας Μαύρας κατασκευάστηκε φάρος με τετράγωνο πύργο ύψους 6 μέτρων και κατοικία φαροφυλάκων, το δε εστιακό του ύψος είναι 17 μέτρα. Σύμφωνα με στοιχεία της Υπηρεσίας Φάρων λειτούργησε για πρώτη φορά το 1861. Τροποποιήθηκε το 1889 με φωτιστικό μηχάνημα Sautter-Lemonnier που κατασκευάστηκε στο Παρίσι. Λειτουργούσε με πετρέλαιο ως το 1953, οπότε τα παλιά μηχανήματα αντικαταστάθηκαν με αυτόματο πυρσό ασετυλίνης. Το 1990 έγινε η μετατροπή του σε ηλιακό. Η πρόσβαση στον φάρο είναι εύκολη αφού βρίσκεται πάνω στα τείχη του κάστρου της Αγίας Μαύρας στην άκρη της γέφυρας του καναλιού της Λευκάδας. Ο φάρος βρίσκεται στην είσοδο του νησιού όπου δεσπόζει το κάστρο της Αγίας Μαύρας σαν σιωπηλός φρουρός και μάρτυρας άλλων εποχών.
Το κάστρο κάποτε αγκάλιαζε την πόλη και έκοβε τον δρόμο σε εχθρούς και πειρατές. Χτίστηκε γύρω στο 1300 από τον Φράγκο ηγεμόνα Ιωάννη Ορσίνι όταν πήρε την Λευκάδα για προίκα στον γάμο του με την κόρη του Δεσπότη Ηπείρου Νικηφόρου Α΄. Είναι ένα από τα επιβλητικότερα κάστρα της εποχής του και αποτελεί πρότυπο οχυρωματικής τέχνης των μεσαιωνικών χρόνων. Το 1479 το κάστρο κατελήφθη από τους Τούρκους. Τότε χτίστηκε μια μεγάλη τοξοτή γέφυρα με 360 καμάρες που διέσχιζε την λιμνοθάλασσα από την παραλία έως την θέση Καλκάνη, στηρίζοντας τους σωλήνες του Τουρκικού υδραγωγείου που έφερνε νερό στο κάστρο. Το έργο αυτό χαρακτήριζε όλη τη περιοχή , καταστράφηκε όμως από τους σεισμούς. Κάποια ίχνη σώζονται μέσα στην λιμνοθάλασσα.


ΠΕΤΡΙΝΟΙ ΦΑΡΟΙ – ΜΝΗΜΕΙΑ ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΥ

ΠΡΟΛΟΓΟΣ
Περήφανοι. Μοναχικοί. Αγέρωχοι... Φάροι της ελπίδας και της προσμονής. Στην αγκαλιά της θάλασσας, εκεί όπου η ματιά ακουμπά για να ανασάνει πάνω στο μπλε του νερού και στο λευκό του σύννεφου, στέκουν οι φάροι. Φάροι πέτρινοι, τσιμεντένιοι και πλινθόκτιστοι που βρίσκονται σε ακρωτήρια, απόκρημνες πλαγιές ή ερημικές παραλίες. Μεταξύ ουρανού και θάλασσας, απλώνουν στη νύχτα το σημάδι τους σε πλοία περαστικά, ενώ όταν η μέρα προβάλλει σεμνά, υποτάσσονται στο μεγαλείο του φωτός. Ο φάρος, το μάτι του καπετάνιου, αλλά και ο φάρος, το μάτι του μοναχικού φαροφύλακα, που επιμένει να δηλώνει πως είναι εκεί, με συντροφιά τις εικόνες από πλοία και βάρκες που χάνονται στον ορίζοντα.

Ανακαλύπτουμε φάρους από το 2 αιώνα π.Χ. μέχρι και σήμερα, άλλους με πολύ καλή αρχιτεκτονική σύνθεση και άλλους με καθαρά βιομηχανικό σχεδιασμό (φανοί) με πρωταγωνιστή το στατικό φορέα τους. Ξεκινούν από τα βάθη της ιστορίας με ξεχωριστές μορφές που άλλοτε αφομοιώνονται από τα τοπικά αρχιτεκτονικά χαρακτηριστικά και άλλοτε αναβοσβήνουν στο δικό τους χρώμα. Τις πιο πολλές φορές οι φάροι παραμονεύουν σε δύσβατες και απομακρυσμένες περιοχές, με αποτέλεσμα την εποχή που δεν είχε λυθεί το ζήτημα της ενεργειακής αυτονομίας τους να απαιτούν την ανθρώπινη παρουσία. Έτσι ήταν αναγκαίο να υπάρχει σε αυτούς χώρος φιλοξενίας για τους φαροφύλακες.

Το Ελληνικό φαρικό δίκτυο αριθμεί 120 παραδοσιακούς φάρους, ηλικίας 2 αιώνων περίπου, με έντονα σημάδια φθοράς και ερήμωσης στο μεγαλύτερο ποσοστό τους. Προγράμματα αναπαλαίωσης υπάρχουν , όπως άλλωστε και για πολλές άλλες κατηγορίες κατασκευών , αλλά το θέμα είναι αν και πότε πρόκειται να υλοποιηθούν. Η ανακατασκευή βέβαια δεν στοχεύει στην επαναλειτουργία των φάρων με την λογική της αντικατάστασης της δορυφορικής τεχνολογίας και των σύγχρονων συστημάτων πλοήγησης, αλλά στη διατήρηση αυτών των ξεχωριστών αρχιτεκτονικών κτισμάτων , αυτών των περήφανων κατασκευών που είναι κομμάτι της πολιτιστικής μας κληρονομιάς. Θα 'ναι όμορφο να μπορεί να είναι ανοιχτή η πόρτα τους σε κάθε είδους εκδηλώσεις ή ακόμα να μπορούν να λειτουργούν ως εκθεσιακοί χώροι και λαογραφικά μουσεία. Εξάλλου, μετά από τόσους αιώνες μοναξιάς αυτοί οι παράξενοι ακρίτες λίγη παρέα την αξίζουν....


ΤΑ ΣΤΟΙΧΕΙΑ ΑΠΟ ΤΑ ΟΠΟΙΑ ΑΠΟΤΕΛΕΙΤΑΙ Ο ΦΑΡΟΣ
Ας μιλήσουμε για ένα φώς μέσα στο σκοτάδι. Ένα φώς που καθοδηγεί, που προστατεύει, ειδοποιεί και δίνει ελπίδα στο ναυτικό, μέσα στη σκοτεινή θάλασσα. Οι φρουροί της θάλασσας, οι «άγιοι των Ναυτικών», το άσβεστο φώς που καθοδηγεί. Αυτό είναι φάρος!

Ο Φάρος είναι ένα βοήθημα για τους ναυτικούς που βρίσκεται στη στεριά. Απλά-απλά είναι μία τεράστια λάμπα, που για να λειτουργήσει χρειάζεται ένα εργονομικό ανθεκτικό κτήριο για να στεγάσει τον ιδιαίτερο τεχνικό φωτιστικό εξοπλισμό, την διαβίωση του ανθρώπινου δυναμικού για τον χειρισμό του, τον περιβάλλοντα χώρο και τους δρόμους προσέγγισης σ’ αυτόν, από την ξηρά και την θάλασσα.

Τα κτήρια των φάρων αποτελούνται από τον πύργο, τον κλωβό με το φωτιστικό μηχάνημα και την κατοικία των φαροφυλάκων. Στην Ελλάδα λόγω του ήπιου κλίματος, των μικρών αποστάσεων για τις ανάγκες της φωτοβολίας, ο πύργος και η κατοικία, πλην ορισμένων εξαιρέσεων, βρίσκονται ενσωματωμένοι δημιουργώντας ένα ενιαίο κτιριακό σύνολο. Ο πύργος, άλλοτε κυκλικός, τετράγωνος ή οκταγωνικός ξεπετάγεται από την ισόγεια κατοικία που σαν βασικό σχέδιο ακολουθεί τον άξονα της κεντρικής εισόδου που βρίσκεται ευθεία και απέναντι από την είσοδο του πύργου εσωτερικά του κτηρίου. Ο πύργος εσωκλείει στα περισσότερα κτίσματα, κυκλική κλίμακα με σφηνοειδή σκαλοπάτια, που οδηγεί στη κορυφή του, στον κλωβό, όπου βρίσκεται και το φωτιστικό μηχάνημα. Τα σκαλοπάτια πέτρινα κι αυτά είτε είναι αρθρωτά στηριζόμενα στο κέντρο του πύργου δημιουργώντας έτσι μια κολόνα από την βάση έως την κορυφή, είτε είναι στηριγμένα και δομημένα εσωτερικά στο τοίχο του πύργου δημιουργώντας ένα κενό από τη βάση ως τη κορυφή του.

Ανάλογα με τις ανάγκες φωτοβολίας σε κάθε περιοχή, της τοπικής μορφολογίας του εδάφους, των καιρικών συνθηκών της περιοχής, των δομικών υλικών, και τέλος η διάθεση προβολής του φάρου ως σύμβολο υπεροχής και γοήτρου της περιοχής, είναι οι βασικοί παράγοντες που καθορίζουν το ύψος του πύργου, όπου στην κορυφή του στεγάζεται ο μηχανισμός φωτοβολίας. Στην ισόγεια κατοικία των φαροφυλάκων υπάρχουν τα δωμάτια κατάκλισης, κουζίνα και αποθηκευτικός χώρος. Για αποθήκευση νερού χρησιμοποιείται στέρνα βρόχινου νερού που βρίσκεται υπογείως είτε εσωτερικά είτε εξωτερικά του κτηρίου. Ανάλογα όμως του μεγέθους του κτηρίου, του αριθμού των φαροφυλάκων και των αναγκών διαβίωσης σε απομακρυσμένα μέρη, πολλές φορές οι χώροι του κτηρίου δεν επαρκούσαν και έτσι δίπλα στα κτήρια κτίζονταν και άλλοι βοηθητικοί χώροι. Οι τουαλέτες στις περισσότερες περιπτώσεις ήταν εξωτερικά του κτηρίου. Αυτοί οι βοηθητικοί χώροι χρησίμευαν ως κουζίνα μαζί με φούρνο με ξύλα, αφοδευτήρια και αποθήκες. Ένα άλλο στοιχείο που καθορίζει το μέγεθος του κτηρίου είναι και το κατά πόσο απομακρυσμένο και δυσπρόσιτο σημείο είναι κτισμένος ο φάρος. Στο κατά πόσο δηλαδή αυτάρκεις θα έπρεπε να ζουν οι φαροφύλακες. Φάροι που είναι κτισμένοι κοντά σε οικισμούς και πόλεις δεν είχαν ανάγκες.


Η ΤΑΥΤΟΤΗΤΑ ΤΟΥ ΦΑΡΟΥ
Για τον κόσμο της ξηράς όλοι οι φάροι φωτίζουν το ίδιο μέσα στη νύχτα. Όμως για τους ναυτικούς κάθε φάρος έχει τον δικό του ξεχωριστό τρόπο να φωτίζει και είναι απολύτως αναγνωρίσιμος. Εάν όλοι οι φάροι είχαν το ίδιο φως, τα πλοία σε παλαιότερες εποχές που δεν υπήρχαν άλλα τεχνικά βοηθήματα, υπήρχε πιθανότητα να ακολουθήσουν λάθος πορεία. Σήμερα κάθε φάρος έχει τον δικό του προσωπικό "κώδικα" φωτισμού, που κάθε ναυτικός αναγνωρίζει. Είναι κάτι σαν τον Κώδικα Μορς, που αποτελείται από εναλλασσόμενους σύντομους και παρατεταμένους φωτισμούς με λευκό ή κόκκινο φως. Για την αναγνώρισή τους οι ναυτικοί συμβουλεύονται ειδικά βιβλία, τους φαροδείκτες. Ο φαροδείκτης είναι ένα βιβλίο που υπάρχει σε κάθε καράβι και περιλαμβάνει όλους τους φάρους και σημαντικά στοιχεία γι' αυτούς. πχ τη θέση που βρίσκονται, το ύψος τους από την επιφάνεια της θάλασσας, πώς ακριβώς εκπέμπουν το φωτεινό τους σήμα.

Η ταυτότητα του φάρου επισημαίνεται από τον αριθμό των αναλαμπών καθώς και από το διάστημα σκότους μετά από την αναλαμπή ή τη σειρά των αναλαμπών του. Κοιτάζοντας στο χάρτη θα δείτε ότι οι φάροι επισημαίνονται από μια χρωματιστή «σταγόνα» και δίπλα αναφέρονται τα στοιχεία του.

Η ΙΣΤΟΡΙΚΗ ΕΞΕΛΙΞΗ ΤΩΝ ΦΑΡΩΝ
Είναι χαρακτηριστικό ότι σε περιόδους ανακατατάξεων και συγκρούσεων οι θάλασσες παρέμεναν σκοτεινές. Αντίθετα, σε περιόδους σταθερότητας, τότε που το εμπόριο και η θαλάσσια συγκοινωνία διεξάγονταν ελεύθερα, οι φάροι όχι μόνο λειτουργούσαν αλλά και αυξάνονταν. Κατά μια έννοια λοιπόν, οι φάροι είναι δείκτες πολιτισμού, ειρήνης και ευημερίας.

Η Μεσόγειος θα μπορούσε να χαρακτηριστεί «μάνα των φάρων», καθώς στα νερά της εμφανίζονται τα πρώτα "φανάρια" παγκοσμίως. Στα νυχτερινά ταξίδια των ναυτικών, «συνοδοιπόροι» ήταν οι πυρσοί, που οι αρχαίοι ναυτικοί -Λίβυοι, Φοίνικες, Έλληνες- άναβαν σε κορυφές λόφων ή εισόδους πόλεων. Άλλωστε, στη Μεσόγειο βρίσκεται και ο πιο φημισμένος φάρος της αρχαιότητας, αυτός της Αλεξάνδρειας, με ύψος 130-160 μέτρα και φωτοβολία περίπου 60 μιλίων, που η φήμη του ήταν τόση, ώστε το νησάκι «Φάρος» όπου χτίστηκε, «βάφτισε» τις κατασκευές του είδους.

Από διαφορετικές πηγές προκύπτει ότι τουλάχιστον από το 1650 υπήρχαν φάροι στα νερά του Αρχιπελάγους και της Κρήτης. Οι φάροι αυτοί κάλυπταν τα μεγάλα λιμάνια εκείνης της εποχής, ενώ στις μικρότερες σκάλες δεν υπάρχουν ενδείξεις για μόνιμο φωτισμό. Τα λιμάνια της Χίου, της Ρόδου και τα κρητικά λιμάνια σημειώνονται σε δεκάδες αποτυπώσεις με φάρους στους λιμενοβραχίονές τους.

Η σύγκριση με την υπόλοιπη Μεσόγειο δείχνει ότι έτσι κι αλλιώς, λίγα μεγάλα λιμάνια όπως η Γένοβα ή η Κωνσταντινούπολη, διαθέτουν κτιστούς φάρους μέχρι τον 17ο αιώνα, τότε που αρχίζει η ανάπτυξη του νεότερου φαρικού δικτύου σε ολόκληρη την Ευρώπη, ενώ σε δύο μοναδικά θαλασσινά περάσματα, στη Σικελία και στον Βόσπορο, οι φάροι δεν έπαυσαν να λειτουργούν από την αρχαιότητα.

Ο φωτισμός των ακτών για εκείνες τις περιόδους πρέπει να χωρισθεί σε δύο κατηγορίες. Στο οργανωμένο δίκτυο με μόνιμες φωτιές σε κτίρια ή πύργους και στο περιστασιακό δίκτυο με φωτιές που καλύπτουν ειδικές ανάγκες. Όσο προχωρούμε προς τον 19ο αιώνα το οργανωμένο δίκτυο επεκτείνεται, ενώ το περιστασιακό δίκτυο συρρικνώνεται. Οι περιστασιακές φωτιές, πολλές φορές ταυτίζονται με τις γνωστές «βίγλες», τους αμυντικούς δηλαδή εποπτεύοντες πύργους των νησιών, αλλά εξυπηρετούν και τη ναυτιλία.
19ος ΑΙΩΝΑΣ - ΝΕΕΣ ΑΝΑΓΚΕΣ ΤΗΣ ΝΑΥΤΙΛΙΑΣ
Η ίδρυση και η λειτουργία των φάρων συνδέεται με την γεωγραφική θέση κάθε χώρας. Οι ανάγκες της ναυσιπλοΐας επέβαλαν από τις αρχές του 19ου αιώνα την ανάπτυξη ενός οργανωμένου δικτύου φάρων που θα προστάτευε όσους έπλεαν στα στενά περάσματα, σε περιοχές με επικίνδυνες ξέρες και υφάλους και θα τους καθοδηγούσαν στα λιμάνια. Πλησιάζοντας στον 19ο αιώνα, οι ανάγκες της ναυτιλίας επέβαλαν την ανάπτυξη του οργανωμένου πλέον δικτύου φάρων. Ήδη η Βαλτική, το αγγλικό Κανάλι και οι ακτές του Βισκαϊκού κόλπου, οι ισπανικές, οι γαλλικές και οι ιταλικές ακτές της Μεσογείου, διέθεταν εκατοντάδες φάρους και στα τέλη του 18ου αιώνα οργανωμένες υδρογραφικές υπηρεσίες των ευρωπαϊκών χωρών σχεδίαζαν τα φαρικά δίκτυα.

Στο Αιγαίο
Στα νερά του Αιγαίου γύρω στα 1800, στις εισόδους των λιμανιών της Χίου, της Μυτιλήνης, της Ρόδου, των Χανίων, του Ηρακλείου, του Πειραιά, στο Έμβολο της Θεσσαλονίκης, υπήρχαν φάροι με διαφορετική μεταξύ τους λειτουργία και μορφή. Στην προβλήτα του λιμανιού της Μυτιλήνης το 1782 υπάρχει ένας τετράγωνος υψηλός πύργος που στην κορυφή του φέρει μεταλλικό κυλινδρικό κλωβό και καλάθι όπου άναβαν ξερόκλαδα για να φωτίζουν τις νύχτες το λιμάνι. Στη Ρόδο, την ίδια εποχή ο οχυρός πύργος του Αγίου Νικολάου χρησιμοποιείται σαν φάρος με ανοικτή φωτιά στην κορυφή του, ενώ στην περίπτωση του Πειραιά κάποια απλά φανάρια επάνω στις μισοβυθισμένες εξωτερικές αρχαίες προβλήτες, φώτιζαν την είσοδο του σημερινού προλιμένα.

Σημαντική είναι η αύξηση των φάρων στα περάσματα του Αιγαίου από την Επανάσταση του 1821 και μέχρι το 1935. Χαρακτηριστικό είναι το ευφυολόγημα του θεμελιωτή του δικτύου των φάρων Ε. Λυκούδη, ο οποίος χαριτολογώντας σημείωνε ότι το Αιγαίο έμοιαζε με τεράστιο πολυέλαιο.

Στα Επτάνησα
Παράλληλα με την αγγλική κατοχή των Επτανήσων, μια αλυσίδα από φάρους καλύπτει μέσα σε λίγες δεκαετίες το σύνολο των νησιών. Πρόκειται για τους πρώτους φάρους στον ελλαδικό χώρο που κτίζονται με συστηματικό σχεδιασμό σύμφωνα με τις προδιαγραφές του υπόλοιπου ευρωπαϊκού δικτύου. Οι Άγγλοι άρχισαν κτίζοντας τους δύο φάρους της Κέρκυρας περί το 1822- τον πρώτο εξ’ αυτών επάνω στην ακρόπολη του κάστρου της - και στη συνέχεια τους φάρους στο Γάιο και στη Λάκκα των Παξών, το 1825.

Το δίκτυο του Ιονίου απλώθηκε στη συνέχεια καλύπτοντας το κανάλι της Λευκάδας, το Βαθύ της Ιθάκης, τις άκρες του κόλπου του Αργοστολίου στην Κεφαλονιά με δύο φάρους, το Κρυονέρι και το λιμάνι της Ζακύνθου και τέλος τις νησίδες Στροφάδια. Ειδικά στη Ζάκυνθο, ο φάρος του λιμανιού αναφέρεται ότι αντικατέστησε παλαιότερο, χωρίς να έχουν εντοπισθεί περισσότερα στοιχεία. Εδώ κυριαρχούν τα στρογγυλά πετρόκτιστα κτίσματα με αποκλειστική χρήση φάρου. Οι φάροι του Ιονίου επεκτάθηκαν σταδιακά μέχρι τη νότια άκρη της Ιόνιας βρετανικής αποικίας. Ο τελευταίος φάρος της Αγγλοκρατίας φώτισε το ακρωτήρι Μουδάρι των Κυθήρων το 1859.


ΤΟ ΦΑΡΙΚΟ ΔΙΚΤΥΟ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΑΣ
Τον 19ο αιώνα δημιουργούνται τα φαρικά δίκτυα-ασφαλή «μονοπάτια» για τα πλοία σε απόκρημνες ή επικίνδυνες ακτές, κοντά σε εισόδους λιμανιών. Συχνότατα, οι φάροι κατασκευάζονται μετά από κάποιο ναυάγιο. Στην Ελλάδα, χαρακτηριστική είναι η περίπτωση του φάρου Αρμενιστή (Μύκονος), που κατασκευάστηκε το 1891, μετά το ναυάγιο του ατμόπλοιου Volta της Βρετανικής Τηλεγραφικής Εταιρείας.

Παρότι η Οθωμανική Αυτοκρατορία είχε ενδιαφερθεί για τη δημιουργία φάρων στην Ελλάδα, ο φωτισμός δεν επαρκούσε με αποτέλεσμα οι ακτές της Πελοποννήσου και των νησιών του Αιγαίου να αποτελούν μόνιμο κίνδυνο για τα διερχόμενα πλοία. Η ακριβής χρονολογία κατασκευής του πρώτου Ελληνικού φάρου δεν μας είναι γνωστή. Η προφορική παράδοση αναφέρει ότι ο πρώτος φάρος κτίστηκε στην Αίγινα το 1827 όταν ο Καποδίστριας την όρισε πρωτεύουσα του νεοσύστατου Ελληνικού κράτους. Εκείνος ο πρώτος επίσημος ελληνικός φάρος, καταγραμμένος πλέον στους διεθνείς καταλόγους της εποχής του ίσως να μην ήταν τίποτε περισσότερο από ένα κινητό φανάρι, κρεμασμένο από ένα κοντάρι στην κορυφή του Αγίου Νικόλα του θαλασσινού, της μικρής εκκλησίας του λιμανιού της Αίγινας. Ακολουθεί η Τζια, όπου σε επαφή με την εκκλησία και εκεί του Αγίου Νικόλα, στο Βουρκάρι, σηκώνεται το πρώτο κτίσμα του φάρου το 1831, που αντικαταστάθηκε 30 χρόνια αργότερα από ένα νεότερο.

Ο πρώτος ελληνικός φάρος, με τη σύγχρονη σημασία του όρου και της λειτουργίας, κτίστηκε στη νησίδα Γάιδαρος του λιμανιού της Ερμούπολης το 1834, από τον δήμο της πόλης σε μία εντυπωσιακή κίνηση ανάδειξης του αναπτυσσόμενου λιμανιού. Είναι ο μοναδικός «επώνυμος» φάρος στην Ελλάδα, έργο ενός εκ των αρχιτεκτόνων της νεοκλασικής αυτής κυκλαδίτικης πόλης, του Βαυαρού Γιόχαν Ερλάχερ. Άλλος ένας φάρος πολύ κατώτερος ως προς την αρχιτεκτονική του από τον φάρο της Ερμούπολης, κτίστηκε την ίδια περίοδο, μεταξύ των ετών 1831 και 1835, στο παλιό λιμάνι των Σπετσών. Τα παλαιά φανάρια του λιμανιού του Πειραιά, που ήσαν τοποθετημένα στον προλιμένα και υπήρχαν ήδη από το τέλος της Τουρκοκρατίας, ξανακτίστηκαν το 1839. Τέλος στη νότια ακτή του επίνειου της πρωτεύουσας, στον κάβο Θεμιστοκλή –εκεί που σήμερα βρίσκεται η έδρα της Υπηρεσίας Φάρων του Πολεμικού Ναυτικού, εμφανίζεται ένα μικρό φανάρι το 1837. Χρειάστηκαν αρκετά χρόνια ακόμη μέχρι να κτιστεί το 1856, ο φάρος που φωτίζει μέχρι τις μέρες μας την είσοδο του λιμανιού του Πειραιά, επάνω στη νησίδα Ψυτάλλεια.

Το παράδειγμα της Ερμούπολης και των Σπετσών μιμήθηκαν τα επόμενα χρόνια, υψώνοντας λιθόκτιστους περιστροφικούς μηχανικούς φάρους τα περισσότερα νησιά του Αργοσαρωνικού και των Κυκλάδων. Αργότερα, μία άλλη ενότητα φάρων, κτίστηκε στις ακτές του Αιγαίου από την Οθωμανική διοίκηση. Κτίστηκαν από τη Γαλλική Εταιρεία Οθωμανικών Φάρων μεταξύ των ετών 1861 και 1912 και κάλυψαν τις ακτές και τα λιμάνια της Μακεδονίας, τα νησιά του Ανατολικού Αιγαίου και τις Κρητικές ακτές.

Το 1863 το φαρικό δίκτυο στην Ελλάδα αριθμούσε 29 φάρους και φανούς, ενώ τον επόμενο χρόνο με την προσάρτηση των Ιονίων νήσων προστέθηκαν άλλοι 15 που είχαν κατασκευαστεί ήδη από το 1822 από τη Μεγάλη Βρετανία στην οποία ανήκαν μέχρι τότε τα Επτάνησα

Μέχρι το 1887, χρονολογία σταθμό για την ιστορία των Ελληνικών φάρων, προστέθηκαν άλλοι 25 φάροι και φανοί (σύνολο 49), πρώην Τούρκικοι, που αποκτήθηκαν με την προσάρτηση της Θεσσαλίας το 1881. Το 1887 επί Χαριλάου Τρικούπη θα ψηφιστεί ο νόμος «περί συστάσεως ταμείου φάρων» ο οποίος θα λύσει οριστικά όλα τα μέχρι τότε προβλήματα και θα δώσει νέα ώθηση στην ανάπτυξή τους.

Μετά τους Βαλκανικούς πολέμους 1912-13 θα προστεθούν και άλλοι 35 φάροι και φανοί που είχαν κατασκευαστεί από τους Γάλλους για λογαριασμό της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας με την ενσωμάτωση των «νέων Χωρών» στο Ελληνικό Κράτος και ο συνολικός αριθμός θα ανέλθει στους 193.

Σημαντικό ρόλο στην ανάπτυξη και λειτουργία του φαρικού δικτύου θα παίξει ο Στυλιανός Λυκούδης ο οποίος γεννήθηκε στη Σύρο το 1878 και υπηρέτησε στην υπηρεσία φάρων για περισσότερο από 50 χρόνια μέχρι και την αποστρατεία του το 1939. Έτσι κατά την 25ετία 1913-1936 με την αναδιοργάνωση της υπηρεσίας φάρων υπό την ευθύνη και την καθοδήγηση του Στυλιανού Λυκούδη θα προστεθούν άλλοι 191 πυρσοί, αριθμός αρκετά σημαντικός στην ολοκλήρωση του φαρικού δικτύου.

Από το 1830 οι ελληνικοί φάροι άρχισαν να φωτίζονται με πετρέλαιο. Έδιναν σταθερό φως ή φως σε αναλαμπές, για τις οποίες χρησιμοποιούνταν ωρολογιακός μηχανισμός που κουρδίζονταν κατά διαστήματα από το φαροφύλακα. Η λάμψη τους κάλυπτε 15 έως 25 ναυτικά μίλια. Από το 1915 πολλοί φάροι αντικατέστησαν το μηχανισμό πετρελαίου με μηχανήματα ασετυλίνης, που ήταν αυτόματα και πολύ πιο αξιόπιστα. Ο εφοδιασμός τους γίνονταν μια φορά το χρόνο. Όμως και αυτά τα μηχανήματα καταργήθηκαν λόγω υψηλού κόστους συντήρησης και λειτουργίας.

Στις απαρχές του Β΄ παγκοσμίου πολέμου η Ελλάδα είχε 388 πυρσούς και φάρους. Κατά τη διάρκεια της γερμανικής κατοχής οι φάροι θα υποστούν σημαντικές φθορές, αφού αποτελούσαν εύκολο και εμφανή στόχο τόσο στις αεροπορικές, όσο και στις ναυτικές επιδρομές. Μετά την απελευθέρωση, από του 388 φάρους και φανούς που υπήρχαν σε λειτουργία στις Ελληνικές θάλασσες βρέθηκαν να λειτουργούν μόνον 28.

Το 1945 άρχισε μία συστηματική προσπάθεια για την αποκατάσταση των ζημιών και το 1946 λειτουργούσαν ήδη 374 φάροι, φανοί και φωτοσημαντήρες. Σε μια προσπάθεια ανασυγκρότησής τους, επισκευάστηκαν αρκετοί, ενώ σε αρκετές περιπτώσεις η αποκατάσταση των ζημιών δεν ολοκληρώθηκε ποτέ. Η ηλεκτροδότηση των φάρων ήταν η επόμενη μεγάλη εξέλιξη, δίνοντας μεγάλη ακτινοβολία με μικρό κόστος λειτουργίας.

Το φαρικό δίκτυο της χώρας μας σήμερα θεωρείται από τα μεγαλύτερα και πιο οργανωμένα στον κόσμο. Αυτό αποτελείται από 1431 φάρους, φανούς και φωτοσημαντήρες εκ των οποίων οι 57 είναι επιτηρούμενοι, ενώ οι 8 είναι μόνιμα επανδρωμένοι. Οι περισσότεροι λειτουργούν πλέον με ηλιακή ενέργεια που συλλέγεται από γεννήτριες και αποθηκεύεται σε συσσωρευτές.

Οι εξελίξεις των τηλεπικοινωνιών και περισσότερο στις δορυφορικές επικοινωνίες ήρθαν σαν χαριστική βολή για τους φάρους. Έως το 1980 η Υπηρεσία Φάρων απασχολούσε 320 φαροφύλακες οι οποίοι συντηρούσαν το δίκτυο και προλάμβαναν τις φθορές στα χτίσματα. Σταδιακά ο αριθμός των φαροφυλάκων τους μειώθηκε και σήμερα δεν ξεπερνούν τους 70. Αρκετοί φάροι έχουν υποστεί μεγάλες φθορές ή έχουν καταρρεύσει. Παρά το γεγονός ότι η Υπηρεσία Φάρων καταβάλλει προσπάθειες για τη συντήρησή τους, η έλλειψη απαιτούμενων κονδυλίων οδηγεί στη σταδιακή εγκατάλειψή τους.


ΑΚΜΗ ΚΑΙ ΠΑΡΑΚΜΗ ΤΩΝ ΦΩΤΕΙΝΩΝ ΓΙΓΑΝΤΩΝ
Ο φωτισμός των ακτών ήταν από την αρχαιότητα ένα πολύπλοκο πρόβλημα. Η πρώτη σκέψη ήταν να συντηρούνται στις ακτές μεγάλες φωτιές που να κατευθύνουν τα πλοία. Για να φαίνονται από μακριά, οι φωτιές αυτές άναβαν πάνω σε ψηλούς πύργους και συντηρούνταν καίγοντας ξύλα ή χρησιμοποιώντας λίπος ζώων και άλλες καύσιμες ύλες. Όμως οι βροχές και οι άνεμοι έσβηναν ακόμα και την πιο δυνατή φωτιά. Χρειάστηκε, επομένως, να βρεθεί ένα κάλυμμα για τη φωτιά.

Τη λύση έδωσε αρκετούς αιώνες μετά το γυαλί, που μπορούσε να προστατεύσει τη φλόγα χωρίς να μειώσει τη φωτεινότητά της. Όμως η καύσιμη ύλη έβγαζε πυκνό καπνό που κάλυπτε το γυάλινο κάλυμμα του φάρου και έκρυβε το φως του. Για πολλούς αιώνες οι φάροι φώτιζαν τη νύχτα τόσο αμυδρά που από μακριά έμοιαζαν με μικρά κεριά, τα οποία οι ναυτικοί έπρεπε να έχουν εξασκηθεί για να μπορούν να διακρίνουν. Επιπλέον, υπήρχε πάντα πρόβλημα εφοδιασμού τους και αποθήκευσης της καύσιμης ύλης. Φυτικά λάδια και ιχθυέλαια χρησιμοποιούνταν μέχρι τον 18ο αιώνα ως καύσιμη ύλη στους φάρους, καθώς, παρά το υψηλό τους κόστος, προσέφεραν καλύτερο αποτέλεσμα.

Ο φωτισμός των φάρων δεν είχε μεγάλη απόδοση μέχρι το 1780 όταν ο Ελβετός μηχανικός Aime Argand εφεύρε τον καυστήρα–λάμπα πετρελαίου που φέρει το όνομα του. Ο καυστήρας αυτός χρησιμοποιούσε ένα φυτίλι από το οποίο εξατμίζονταν το πετρέλαιο. Ο καυστήρας αυτός αργότερα προσαρμόσθηκε για χρήση στο φωτισμό με φωταέριο ενώ το 1901 ο Arthur Kitson κατασκεύασε έναν καυστήρα μέσα στον οποίο το πετρέλαιο εξατμίζονταν σ’ένα χάλκινο σωλήνα . Το σχέδιο του Kitson βελτιώθηκε από τον David Hood το 1921, αυτός ο τύπος καυστήρα χρησιμοποιήθηκε ως τις μέρες μας,όταν δεν ήταν εφαρμόσιμο το ηλεκτρικό ρεύμα .

Η μεγάλη εφεύρεση , που έλυσε οριστικά το πρόβλημα του φωτισμού των φάρων, ήταν η λυχνία [Fresnel]. Ο Γάλλος φυσικός Φρενέλ χρησιμοποίησε τους λεγόμενους καταδιοπτρικούς δακτυλίους, πετυχαίνοντας τη διάθλαση και ανάκλαση του φωτός μέσα από πολύπλοκα γυάλινα πρίσματα. Έτσι με μια μικρή αρχικά εστία φωτός, ο φάρος απέκτησε μια ισχυρή φωτεινή δέσμη που έφτανε μίλια μακριά. Με τη χρήση του πετρελαίου, από τα μέσα του 18ου αιώνα, ο ένας φάρος μετά τον άλλο αντικαθιστούν τα μηχανήματά τους.

Οι απαιτήσεις όμως της ασφαλούς ναυσιπλοΐας για ανεγέρσεις φάρων σε δυσπρόσιτες περιοχές όπως οι ύφαλοι, οι σκόπελοι, οι βραχονησίδες κ.α. και η ανάγκη επάνδρωσης των φάρων αυτών, οδήγησε την έρευνα στην κατασκευή φωτιστικών μηχανημάτων που δεν απαιτούσαν την καθημερινή ανθρώπινη παρουσία. Έτσι το 1911 η Σουηδική εταιρία AGA παρουσίασε μια τέτοια συσκευή που λειτουργούσε με αέριο ασετυλίνης. Η συσκευή αυτή άναβε αυτόματα τη νύχτα και τις μέρες με πυκνή συννεφιά και έσβηνε πάλι αυτόματα όταν υπήρχε επαρκής ορατότητα. Την περίοδο 1913-1916 εγκαταστάθηκαν εγκαταστάθηκαν 25 τέτοιοι αυτόματοι φάροι σε ισάριθμες περιοχές της χώρας μας.

Από το 1946 έχουμε τη χρήση του ηλεκτρικού ρεύματος στη λειτουργία των φάρων, εκεί όπου τα κτίσματα ήταν προσιτά και η ηλεκτροδότησή τους ήταν εύκολη. Τα τελευταία χρόνια σταδιακά εγκαταλείπεται και η ηλεκτρική ενέργεια και αντικαθίσταται με φωτοβολταϊκά στοιχεία που μετατρέπουν την ηλιακή ενέργεια σε ηλεκτρική.


Η ΣΗΜΑΣΙΑ ΤΩΝ ΦΑΡΩΝ
Όταν ταξιδεύεις νύκτα στη θάλασσα, τότε καταλαβαίνεις τι σημασία μπορεί να έχει ένα φωτάκι μίλια μακριά. Είναι η παρηγοριά στο ζοφερό σκότος, είναι η συντροφιά στην απεραντοσύνη της θάλασσας, είναι η προστασία και η καθοδήγηση. Ο φάρος αναβοσβήνει δηλώνοντας την ταυτότητά του και συγχρόνως ανοιγοκλείνει το μάτι του προσωπικά για τον καθένα που τον κοιτά. Αναβοσβήνει ο φάρος λες και επιμένει να θυμίζει την αέναη πάλη του ανθρώπου με την θάλασσα, να θυμίζει την αυθεντικότητα των δυσκολιών του ταξιδιού, την υπενθύμιση του ορόσημου.

Μια βόλτα στους φάρους της Ελληνικής Γης είναι συναρπαστική. Και όταν η βόλτα γίνεται με το σκοτάδι, νιώθεις ακριβώς τι σημαίνει ο φάρος για τους ναυτικούς και κατανοείς γιατί χρησιμοποιούμε τη λέξη ''φάρος'' όταν θέλουμε να δώσουμε έμφαση στο φως που λάμπει μέσα στο σκοτάδι... Γιατί η ακτίνα του φωτός είναι η ελπίδα μέσα στη σκοτεινιά, είναι ο ήλιος μετά τη νύχτα, είναι η εικόνα της σιωπής και της μοναξιάς, που σπάει από το φως της γνώσης και της αίσθησης του ''ανήκειν''!

Οι Ελληνικές ακτές, μήκους 18.400 χιλιομέτρων, είναι γεμάτες παγίδες, νησιά και βράχους. Έχουν καταμετρηθεί τρεις χιλιάδες νησιά και βραχονησίδες, αμέτρητοι ύφαλοι κάτω απ' την επιφάνεια της θάλασσας, και σκόπελοι που μόλις ξεπροβάλλουν στην επιφάνεια. Όλα αυτά αποτελούν θανάσιμες παγίδες, ειδικά τη νύχτα για τους ναυτικούς. Γι αυτό οι φάροι ήταν πάντα σήμα κατατεθέν σε κάθε κοντινή και απομακρυσμένη περιοχή της χώρας. Οι φάροι αποτελούν ένα σημαντικό βοήθημα στους ναυτιλλόμενους. Χαρακτηρίζουν τοπία, έχουν αρχιτεκτονική αξία, αποτελούν ένα από τα πιο σημαντικά εργαλεία της ναυσιπλοΐας. Σκορπίζουν το φως τους μέσα στο σκοτάδι της νύχτας και δείχνουν στα καράβια τη σωστή κατεύθυνση που πρέπει να πάρουν για να μπουν στα λιμάνια. Ακόμη προειδοποιούν τα πλοία για τον κίνδυνο που διατρέχουν από τους βράχους .

Το ελληνικό φαρικό δίκτυο θεωρείται από τα μεγαλύτερα, τα πυκνότερα και τα πιο οργανωμένα στον κόσμο. Με τέτοια μεγέθη και με τόσα νησιά και νησιώτικα συμπλέγματα, χρειαζόταν ένα σύστημα φωτισμού των θαλασσών για την ασφαλή ναυσιπλοΐα. Η χρησιμότητα της ανάπτυξης και λειτουργίας των φάρων φαίνεται και από το μεγάλο κοινωνικό έργο που επιτελεί:

 Συντελεί αποφασιστικά στην ασφάλεια της ναυσιπλοΐας προφυλάσσοντας ανθρώπινες ζωές και πλωτά μέσα, με το να κατευθύνει τα πλοία σε σωστές πορείες και με ασφαλή προσέγγιση στα λιμάνια. Για κάθε ναυτικό, "φάρος" σημαίνει ελπίδα, αισιοδοξία και ασφάλεια της ρότας του.

 Συντελεί στην αποφυγή οποιασδήποτε καταστροφής εξ' ατυχήματος ή ρύπανσης του θαλασσίου οικοσυστήματος που ως γνωστόν έχουν ολέθριες συνέπειες στις παράκτιες περιοχές, τον τουρισμό, την αλιεία και την εν γένει οικονομική δραστηριότητα των περιοχών.

 Οι Φαροφύλακες και τα Φαρόπλοια ως εκ της αποστολής τους και στο μέτρο των δυνατοτήτων τους, περισυνέλεξαν ναυαγούς ή ρυμούλκησαν ακυβέρνητα σκάφη ενημερώνοντας και συνδράμοντας τις αρμόδιες αρχές.

 Τέλος η σημασία της παρουσίας του Φαροφύλακα σε παραμεθόριες περιοχές ήταν και παραμένει εξαιρετικά σημαντική. Η καθημερινή έπαρση της σημαίας και ο έλεγχος του χώρου που επιτηρεί, αποτελούν εθνική υπηρεσία υψίστης σημασίας.

Δυστυχώς, ο σύγχρονος ασύνορος κόσμος μας, με τη φοβερή βιομηχανική και ισοπεδωτική τυποποίηση και την κακώς εννοούμενη ανάπτυξη, δεν έχει ανάγκη την ανθρώπινη παρουσία, την οποία, άλλωστε, προσπάθησε και προσπαθεί όπου βρει πρόσφορο έδαφος να υποκαταστήσει. Τα δορυφορικά συστήματα , τα σύγχρονα συστήματα ναυσιπλοΐας και το G.P.S παραγκώνισαν τα «φωτεινά μάτια στο σκοτάδι το θαλασσινό», κάνοντάς τα γραφικές, αγαπημένες φιγούρες ρομαντικών ποιητών. Τα πλοία σήμερα, θαλασσινές πάνοπλες τεχνολογικά πολιτείες, αντικρίζουν «τον φάρο τον περιαυγή» με αδιαφορία. Όμως, η ανεξάντλητη ελληνική παράδοση, σε όποια της μορφή και κατηγορία, με τη μοναδική ποιότητα και την αμίμητη αισθητική και ιστορική αξία την παγκοσμίως αναγνωρισμένη, είναι βαθιά ριζωμένη. Ως Έλληνες είμαστε φύσει αισιόδοξα άτομα και είναι σύνδρομος προς τον πολιτισμό μας η ευαισθησία. Δεν αποδεχόμαστε την καθίζηση και προσπαθούμε, από όπου είμαστε ταγμένοι, να προβάλλουμε τις προσωπικές μας αντιστάσεις. Οι πέτρινοι φάροι είναι μνημεία, σύνδεσμοι μεταξύ του σήμερα και του χθες. Αναγκαία σημεία για τη διατήρηση της ιστορικής μνήμης και των ιδιαίτερων χαρακτηριστικών του κάθε τόπου. Με δυο λόγια κειμήλια.

Γι αυτό το λόγο αποτελεί χρέος όλων μας, αλλά και του καθενός ξεχωριστά, να συνδράμουμε στη συντήρηση, αποκατάσταση και αναπαλαίωση όλων των ελληνικών φάρων για να παραδοθούν στις επόμενες γενιές ατόφιοι, δείγματα μιας ανεπανάληπτης εποχής μακράν της αυτοματοποιήσεως, αναπόσπαστα στοιχεία των θαλασσών της Ελλάδας, της ναυτικής μας παράδοσης και πειστήρια παρελθοντολογικής τεχνολογίας απόλυτα συζευγμένης με τη θάλασσα και τη ναυσιπλοΐα. Στη χώρα με το άπλετο φως και την διαφανή ατμόσφαιρα, είναι πολύ πρόσφατη η ιστορία των φάρων για να την αφήσουμε στην ομίχλη της άγνοιας, στο ημίφως της ημιμάθειας. Ίσως ήρθε η ώρα να φωτίσουμε εμείς τους φάρους, ώστε αυτά τα σύμβολα να μην χαθούν αλλά αντίθετα να εξακολουθούν να φωτίζουν τα πλοία στη θάλασσα, το παρελθόν στους νεότερους, τη παράδοσή μας, τη ψυχή μας.

ΑΠΟΚΑΤΑΣΤΑΣΗ ΚΑΙ ΕΝΑΛΛΑΚΤΙΚΕΣ ΧΡΗΣΕΙΣ ΤΩΝ ΦΑΡΩΝ
Oι πέτρινοι φάροι της χώρας μας είναι κτίρια που φτιάχτηκαν για να εξυπηρετήσουν συγκεκριμένες ανάγκες της ναυσιπλοΐας. Πρώτο λόγο στη σχεδίασή τους είχε η λειτουργικότητα και η αντοχή στις καιρικές συνθήκες και το χρόνο. Στη συντριπτική τους πλειοψηφία η αισθητική τους βρίσκεται σε υψηλά επίπεδα. Σήμερα πολλοί από αυτούς λειτουργούν σαν μουσεία και ειδικά αυτοί που βρίσκονται μέσα η κοντά σε αστικές περιοχές αποτελούν πραγματικά στολίδια για την πόλη τους π.χ. ο φάρος της Αλεξανδρουπόλεως, των Χανίων , στο Ρέθυμνο , στην Ρόδο και αλλού, οι οποίοι είναι μερικοί από τους πλέον πολυφωτογραφημένους ελληνικούς φάρους.

Οι πέτρινοι φάροι της Ελλάδας είναι ζωντανά μουσεία, και προσελκύουν τον επισκέπτη. Ευτυχώς που υπάρχει και η Υπηρεσία Φάρων του Πολεμικού Ναυτικού, που μαζί με το ΑΠΘ, ενδιαφέρονται και προσπαθούν να αποκαταστήσουν και να διασώσουν αυτά τα μνημεία. Τον Ιούνιο του 2013, στη χώρα μας προγραμματίστηκε να γίνει το παγκόσμιο συνέδριο φάρων, την ώρα που μόλις 58 από τους 141 φάρους συντηρούνται τακτικά από την Υπηρεσία Φάρων, ενώ οι υπόλοιποι είναι σε πολύ κακή κατάσταση. «Κάθε φάρος είναι ένα μικρό μουσείο του εαυτού του», λένε τα στελέχη της Υπηρεσίας Φάρων.

Το 2007 είχε ξεκινήσει μια σημαντική προσπάθεια για να αποκατασταθούν αυτά τα πέτρινα κτίσματα, που είναι κατασκευασμένα από τα μέσα του 19ου αιώνα μέχρι τις αρχές του 20ού και είναι όλα μνημεία. Ωστόσο, η Πολιτεία ποτέ δεν είχε τη διάθεση να ενστερνιστεί το όραμα των ανθρώπων του Πολεμικού Ναυτικού, των τοπικών κοινωνιών και των αρμόδιων επιστημόνων. Αυτό αποδεικνύει η απροθυμία με την οποία οι υπηρεσίες του υπουργείου Πολιτισμού προχωρούν σε χαρακτηρισμούς των φάρων ως διατηρητέων. Πολυετείς καθυστερήσεις και... αναχώματα είχαν ως αποτέλεσμα μέχρι σήμερα να είναι χαρακτηρισμένοι ως διατηρητέοι μόλις 33 πέτρινοι φάροι, ενώ εκκρεμούν αποφάσεις χαρακτηρισμού για πολλούς άλλους επί διετία...

Η αρχή της αξιολόγησης των ελληνικών φάρων ως μνημείων έγινε το 2007. Τότε μέσω του προγράμματος EC Pharos, το ΑΠΘ και συγκεκριμένα το Εργαστήριο Δομικών Υλικών της Πολυτεχνικής Σχολής, μελέτησαν τους ελληνικούς φάρους και πρότειναν τα υλικά και τις μεθόδους αποκατάστασής τους, διότι τα μνημεία χάνονταν, εξαιτίας των φθορών, το ένα μετά το άλλο και μόνον επισκέψιμα δεν ήταν. Στο πλαίσιο του συγκεκριμένου προγράμματος (συμμετείχαν Αγγλία, Ιταλία, Νορβηγία, Κύπρος) αποκαταστάθηκε πιλοτικά ο φάρος του Αγγελοχωρίου Θεσσαλονίκης, που παραμένει από τα καλύτερα δείγματα και είναι προσβάσιμος για τους πολίτες, ένα στολίδι για την περιοχή. Από τότε, η Υπηρεσία Φάρων προσπάθησε να προωθήσει τις αποκαταστάσεις με χρηματοδότηση από το ΕΣΠΑ, ώστε να σωθούν όλοι οι ελληνικοί φάροι. Το... δρόμο του Αγγελοχωρίου ακολούθησε και ο φάρος στην Κασσάνδρα.

Παρά τις δυσκολίες και τα εμπόδια, παρά την οικονομική κρίση, σήμερα είναι υπό αποκατάσταση πέντε φάροι σε όλη τη χώρα (Τρίκερι, Κόγχη Σαλαμίνας, Αγιος Ηλίας Αμοργού, Κοκκινόπουλο Ψαρών, Μονεμβασιά). Αυτές οι αποκαταστάσεις περιμένουν την έγκριση των κονδυλίων από το ΕΣΠΑ. Την τελευταία τετραετία, η Υπηρεσία Φάρων κατόρθωσε να αποκαταστήσει, χάρη στην αυταπάρνηση των στελεχών της, συνολικά 14 φάρους [ Σπέτσες, Βρυσάκι Λαυρίου, Μελαγκάβι Κορινθιακού, Ψαρομύτα, Οθωνοί, Πρασονήσι Ρόδου, Υψηλή Καστελόριζου, Πασσάς Οινουσών, Φάσσα Άνδρου, Λιθάρι Σκύρου, Ακρωτήρι Σαντορίνης, Σουσάκι Αργοσαρωνικού] - οχτώ με ίδιους πόρους, τρεις με κονδύλια της τοπικής αυτοδιοίκησης και του ΕΣΠΑ και τρεις με δωρεές του Ιδρύματος «Αικατερίνης Λασκαρίδη [Φάροι Ταίναρου, Μαλέα και Ντάνα]. Παράλληλα το ΓΕΝ έδωσε την άδεια στην Αναπτυξιακή Εταιρεία Αμβρακικού για την επισκευή και αναπαλαίωση του φάρου Κόπραινας Άρτας η οποία και ολοκληρώθηκε και ο φανός λειτουργεί ως ναυτιλιακό βοήθημα και ως Μουσείο.

Οι φάροι είναι νεότερα μνημεία, που χάνονται εξαιτίας της αδιαφορίας των υπόλοιπων φορέων της ελληνικής Πολιτείας. Συνολικό σχέδιο αποκατάστασης και αξιοποίησής τους δεν υπήρξε ποτέ. Άλλωστε, είναι χαρακτηριστικό ότι ενώ η Υπηρεσία Φάρων κατέθεσε πρόταση το 2007, για αποκατάσταση 50 φάρων μέσω του ΕΣΠΑ, στην πορεία συρρίκνωσαν την πρόταση κάνοντας λόγο για αποκατάσταση 46, μετά 12 και στο τέλος χρηματοδοτήθηκε η αποκατάσταση μόλις πέντε, όπως προαναφέρθηκε. Οι αρμόδιοι της Υπηρεσίας Φάρων κάνουν έκκληση για να βρεθούν οι απαιτούμενοι πόροι ώστε να μη χαθούν αυτά τα μοναδικά μνημεία της πατρίδας μας. Σήμερα, σε πολλούς από αυτούς τους φάρους δεν υπάρχει καν πρόσβαση. Δεν θέλουν να αλλοιωθεί το τοπίο. Θέλουν να διατηρηθεί κάθε φάρος και να βελτιωθεί η δυνατότητα πρόσβασης, διατηρώντας παράλληλα και τα χαρακτηριστικά του άμεσου περιβάλλοντός του. Η χρηστικότητα των φάρων παραμένει, αλλά εξασθενεί. Δεν μπορούμε όμως να αφήνουμε στην τύχη τους τόσο αξιόλογα μνημεία……


ΠΡΟΤΑΣΕΙΣ ΓΙΑ ΕΝΑΛΛΑΚΤΙΚΕΣ ΧΡΗΣΕΙΣ ΦΑΡΩΝ
Στις περισσότερες χώρες η ιδέα που έχει επικρατήσει είναι η μετατροπή των φάρων σε ναυτικά μουσεία , αλλά δεν είναι λίγοι εκείνοι οι φάροι που έχουν πουληθεί σε ιδιώτες για διάφορες χρήσεις. Χαρακτηριστικό το παράδειγμα του πρώτου αγγλικού φάρου Burnham-on-Sea που έγινε πλήρως αυτοματοποιημένος, ο οποίος πουλήθηκε σε ιδιώτη και μετατράπηκε σε κατοικία. Ο φάρος αυτός που βρίσκεται στο κανάλι του Μπρίστολ χτίστηκε το 1830 και είναι ένας κυκλικός πύργος 33 μέτρων, με επτά πατώματα και ενσωματωμένη στο κατώτατο σημείο του την κατοικία του φαροφύλακα. Το 1996 ο φάρος τέθηκε σε δημοπρασία και οι τρέχοντες ιδιοκτήτες τον μετέτρεψαν σε ενιαία κατοικία.
Άποψη δική μας πάντως είναι, ότι δεν πρέπει επ' ουδενί τρόπο να πουληθούν οι φάροι σε ιδιώτες, αλλά να βρεθούν τρόποι χρηματοδότησης της αναπαλαίωσής τους και να αποδοθούν στη χρήση του κοινού. Μπορούμε να προτείνουμε νέους τρόπους εναλλακτικής χρήσης των φάρων προκειμένου να μην εγκαταλειφθούν, όπως :
1. Τουριστική εκμετάλλευση με:
 Ασφαλή πρόσβαση των επισκεπτών μέσω ξηράς και θάλασσας.
 Διευθέτηση του περιβάλλοντος χώρου του φάρου.
 Αξιοποίηση και ανάδειξη του φυσικού περιβάλλοντος.
 Ανάδειξη των πολιτιστικών αξιών της περιοχής με ειδικές διαδρομές-επισκέψεις χώρων.
 Λειτουργία έκθεσης στο κύριο σώμα του φάρου σχετικά με την ιστορία των φάρων και την τυπολογική, τεχνολογική τους εξέλιξη.
 Δημιουργία εκθεσιακού χώρου-μουσείο- ή άλλου χώρου προσέλκυσης κοινού-ενυδρείο- στην ευρύτερη περιοχή γύρω από το φάρο.

2. Φιλοξενία - Σε σχέση με τον τουρισμό μια άλλη πρόταση θα ήταν , να μετατραπούν τα «φαρόσπιτα» σε ξενώνες διαμονής . Πολλοί από τους φίλους των φάρων, ανάμεσα σ΄αυτούς κι εμείς, θα θεωρούσαν μαγευτική την διαμονή σε ένα φάρο.

3. Εκπαιδευτικούς σκοπούς - Οι φάροι θα μπορούσαν να είναι πρότυπα εκπαιδευτικά κέντρα Ναυτικών σπουδών.

4. Επιστημονικές έρευνες (θαλασσίων ερευνών).

5. Κέντρα κατάδυσης.

6. Μετεωρολογία - εγκατάσταση μετεωρολογικών σταθμών.

7. Επιτήρηση θαλάσσιας κίνησης - συστήματα Vessel Traffic Management Systems.

8. Εθνικά ναυτικά μουσεία και πολιτιστικά κέντρα.


Όπως και να έχει πρέπει όλοι να βάλουμε τα δυνατά μας έτσι ούτως ώστε τα πολιτιστικά αυτά μνημεία του τόπου μας , να συνεχίσουν να μας δείχνουν το δρόμο μέσα στις τρικυμίες , και να αποτελούν σύμβολα πορείας και προορισμού.

Γιατί όσο υπάρχουν φάροι το ταξίδι θα συνεχίζεται.......


Η ΓΟΗΤΕΙΑ ΤΩΝ ΦΑΡΩΝ
Οι φάροι πάντα ασκούσαν μία διαρκή γοητεία στους ανθρώπους, είτε ήτανε στεριανοί, είτε θαλασσινοί. Δεν έχουν μόνο ενδιαφέρον σαν αρχιτεκτονικά κτίσματα, αλλά διαπερνώντας το σκοτάδι με το φως τους, είναι σημεία αναφοράς για τους ναυτιλλόμενους και μεταφορικά για το ανθρώπινο πνεύμα. Ο συμβολικός χαρακτήρας των φάρων για τους στεριανούς συμπυκνώνει την ουσία της απομόνωσης και της μοναξιάς, για τους ναυτιλλόμενους την ελπίδα και τη "σιγουράντζα" του σωστού προσανατολισμού της "ρότας" τους.

Aν είναι αλήθεια ότι η ναυτοσύνη αποτελεί θεμέλιο της εθνικής συνείδησης, ο φάρος, με την ιδιότυπη σχέση επικοινωνίας που εξασφάλιζε ανάμεσα στον ταξιδευτή και τον προορισμό του, αποτελεί ένα από τα σύμβολά της. Έτσι, στους ναυτικούς ο φάρος ήταν σημείο αναφοράς της πορείας τους, καθώς και συντροφιά, γιατί το φως του σήμαινε την παρουσία κάποιων ανθρώπων εκεί, που και αυτοί με τον δικό τους τρόπο τους συμπαραστέκονταν για το «καβατζάρισμα» του κάβου. Kαι οι κάβοι είχαν ιστορία. Oι κάβοι είναι σημεία, είναι κορυφές ξηράς στη θάλασσα. Δεν είναι λίγες οι περιπτώσεις που φτιάχτηκαν φάροι σε σημεία μεγάλων ναυαγίων. Aντίθετα, είναι πολλές οι περιπτώσεις πραγματικού ανθρώπινου αγώνα για να κρατηθεί άσβεστο κατά τη νύκτα με πολύ δύσκολες συνθήκες το φως του φάρου. H μετατροπή του ανθρώπινου μόχθου και αγώνα σε ΦΩΣ για προστασία πάλι του ανθρώπου που θαλασσοταξιδεύει είναι το στοιχείο που κάνει το φάρο ΣYMBOΛO. Kάνει το φάρο να στέκει ως ορόσημο και τιμή για κάθε τόπο που τον έχει. Kαι το ταξίδι συνεχίζεται...

H τεχνολογία εξελίσσεται και οι φάροι δέχονται κάθε φορά και τα νέα τεχνικά επιτεύγματα. Σαν ένα αυτόνομο τεχνολογικό επίτευγμα ο φάρος και τα στοιχεία που τον αποτελούν, σιγά - σιγά με την πάροδο του χρόνου και των νέων εφαρμογών εμπλουτίζεται με τη νέα τεχνολογία και μετατρέπεται σε επανδρωμένο εργαλείο με αυτόματα συστήματα. Έτσι οι φάροι απογυμνώνονται από το ανθρώπινο στοιχείο και σήμερα, πλην ελαχίστων, στέκουν έρημοι φωτίζοντας ακόμα τα περάσματα, μα στέλνοντας ένα επιθανάτιο φως ειδοποιώντας ότι το θαυμαστό κτιριακό κέλυφος τους καταστρέφεται φορτισμένο από τον αιώνιο ανθρώπινο αγώνα για πολιτισμό. Γιατί οι Φάροι είναι πολιτισμός.

Αν και οι φάροι έχουν αυτοματοποιηθεί και η ανθρώπινη παρουσία είναι απούσα, από αυτό το φωτάκι στο μαύρο ορίζοντα της θαλασσινής νύχτας, πάντα είναι παρούσα η αίσθηση ότι εκεί είναι κάποιος που ξενυχτά για να μας βοηθήσει να κρατήσουμε σωστά την πορεία. Είναι ανάγκη να μοιραστούμε τις δυσκολίες της φουρτούνας, της κούρασης, της βάρδιας, της αβεβαιότητας του υγρού στοιχείου.

Ο φάρος αναβοσβήνει δηλώνοντας την ταυτότητά του και συγχρόνως ανοιγοκλείνει το μάτι του προσωπικά για τον καθένα που τον κοιτά. Αναβοσβήνει ο φάρος λες και επιμένει να θυμίζει την αέναη πάλη του ανθρώπου με τη θάλασσα, να θυμίζει την αυθεντικότητα των δυσκολιών του ταξιδιού, την υπενθύμιση του ορόσημου. Αναρωτιόμαστε μήπως βρισκόμαστε σ' ένα χρονικό σημείο που μπορεί να χρειαζόμαστε να προσδιορίσουμε τη θέση μας, μέσα από την προσέγγιση στις ζωές ανθρώπων και επαγγελμάτων μιας εποχής μόλις πίσω μας. Αναρωτιόμαστε μήπως τώρα χρειαζόμαστε να πλησιάσουμε τους φάρους, να τους συναντήσουμε και να μας διηγηθούν για πράγματα που μόλις πέρασαν. Μήπως χρειάζεται να φωτίσουμε περισσότερο την ιστορία της ναυτοσύνης μας. Οι φάροι είναι εκεί από τότε που έγιναν. Ακίνητοι και αέναοι στο καθήκον τους. Ακίνητοι και ζωντανοί! Μνήμη και Παρουσία. Οι φάροι που συνδέθηκαν με ζωές ανθρώπων όπως φτάνουν μέχρι τις μέρες μας. Ένα ταξίδι - μια γνωριμία - για τον καθένα μας ξεχωριστά.

Το δίκτυο Φάρων της Ελλάδας

Λυκειακές Τάξεις του 7ου Γυμνάσιου Λάρισας: " Εθνικοί Δρυμοί-τα τελευταία οχυρά της άγριας φύσης"

Συντονιστής Εκπαιδευτικός: Xουρμουζιάδου Δέσποινα
Παιδαγωγική Ομάδα: Χουλιαρόπουλος Ερωτόκριτος

Στο Πρόγραμμα συμμετείχαν 46 Μαθητές και Mαθήτριες
της Β΄ Λυκειακής Τάξης.

ΣΤΟΧΟΙ ΤΟΥ ΠΡΟΓΡΑΜΜΑΤΟΣ
 Bασικός στόχος αποτελεί η συμβολή στην ευαισθητοποίηση των μαθητών και μαθητριών σχετικά με το όλο περιβάλλον τους, στην αλλαγή των στάσεων και των αντιλήψεών τους στην κατεύθυνση της προστασίας του περιβάλλοντος, της αειφορίας και στην ανάπτυξη των χαρακτηριστικών εκείνων που θα τους καταστήσουν ενεργούς πολίτες. Να διαμορφώσουν τα παιδιά αξίες και στάσεις τέτοιες που να υπηρετούν την περιβαλλοντική ισορροπία.

 Ειδικότερα το πρόγραμμα αποσκοπεί στο να βιώσουν οι μαθητές την μοναδικότητα των Εθνικών Δρυμών και ιδιαίτερα του Ολύμπου που βρίσκεται στην περιοχή μας. Παράλληλα, να ευαισθητο-ποιηθούν στην κατεύθυνση προστασίας και διατήρησης των φυσικών περιοχών, ως καταφύγια της άγριας ζωής και ως χώροι αναζήτησης και επικοινωνίας ανθρώπου και φύσης.

 Τέλος να δοθεί στα παιδιά μια επιπλέον ευκαιρία για κοινωνικοποίηση, μέσα από τη συνεργασία και την ομαδικότητα.

ΠΡΟΛΟΓΟΣ
Aνάμεσα στους κύριους παράγοντες που χαρακτηρίζουν το μεσογειακό περιβάλλον, όπως η θερινή ξηρασία, το έντονο ανάγλυφο και η μακρόχρονη ανθρώπινη επίδραση, ο άνθρωπος είναι αυτός που λειτούργησε πιο καθοριστικά στην επιλογή των ειδών που διαπέρασαν το χρόνο. O άνθρωπος, βοσκός, γεωργός και κυνηγός, από την αρχαιότητα μέχρι σήμερα, επιλέγει, εμπλουτίζει, εισάγει, εξοντώνει και βελτιώνει τα ζώα και τα φυτά, εκτρέπει τους ποταμούς, αποξηραίνει τις λίμνες, αλλάζει τη βλάστηση και γενικά μετατρέπει το αρχικό δασικό τοπίο σε ένα αγροδασικό οικοσύστημα, ένα μωσαϊκό χρήσεων και φυτικής κάλυψης.
Παράλληλα, με την σπορά και περιποίηση της γης, τη βόσκηση και την καλλιέργεια του δάσους, η αγροτική οικονομία εμπλουτίζει και κινητοποιεί τις αναγεννητικές διαδικασίες των οικοσυστημάτων, το δάσος γίνεται πιο ανοιχτό και πιο φωτεινό, περισσότερα είδη βρίσκουν κατάλληλα περιβάλλοντα και εγκαθίστανται ή καταφεύγουν. Στο βαθμό που η ένταση και ο τρόπος εκμετάλλευσης παραμένουν στα πλαίσια ανοχής των οργανισμών και των βιοτόπων τους και οι ρυθμοί των αλλαγών δεν απέχουν πολύ από τις δυνατότητες εξέλιξης των οργανισμών, τα είδη ακολουθούν τις αλλαγές και προσαρμόζονται στα νέα δεδομένα.
Ωστόσο, ο τρόπος εκμετάλλευσης των πόρων άλλαξε ριζικά τον τελευταίο αιώνα και οι ρυθμοί των αλλαγών είναι πια τέτοιοι που τα περισσότερα είδη δεν προλαβαίνουν να προσαρμοστούν. Πολλά είδη είδαν την εξάπλωση τους να μικραίνει σταδιακά μέσα στον 20ο αιώνα, και αρκετά εξαφανίστηκαν τελείως από συγκεκριμένες χώρες. Πρώτα τα μεγάλα σαρκοφάγα, ο λύκος, η αρκούδα, ο λύγκας, μετά τα μεγάλα αρπακτικά πουλιά, ο χρυσαετός, τα όρνια, ο γυπαετός, τα πιο ευαίσθητα ή απαιτητικά είδη εξαφανίστηκαν από την κεντρική και δυτική Eυρώπη και οι πληθυσμοί τους μειώθηκαν σημαντικά στις μεσογειακές χώρες.
Στις αρχές του αιώνα έγινε αντιληπτό ότι δεν ήταν μόνο το κυνήγι που απειλεί τους οργανισμούς, αλλά επίσης η μείωση της αξίας των βιοτόπων τους, λόγω υπερβολικής όχλησης, κατακερματισμού ή υποβάθμισης. Mπρος στην πραγματικότητα αυτή, στις αρχές του αιώνα ξεκινάνε οι πρώτες συζητήσεις για τη θέσπιση Περιοχών Aπόλυτης Προστασίας, όπου ένα ευρύτατο φάσμα ανθρώπινων δραστηριοτήτων θα έμπαινε υπό έλεγχο. H λογική της απόλυτης προστασίας εδράζεται σε μια παλαιότατη πρακτική διαφύλαξης στοιχείων (φυσικών ή έργων ανθρώπινων χεριών) και είναι χαρακτηριστικό ότι οι δύο πρώτοι Eθνικοί Δρυμοί της Eλλάδας είναι περιοχές μεγάλης ιστορικής και αρχαιολογικής αξίας.
Στη χώρα μας έχουν κατοχυρωθεί με διάφορα θεσμικά πλαίσια μια πλειάδα από περιοχές που απολαμβάνουν κάποιου καθεστώτος προστασίας (Eθνικοί δρυμοί, υγρότοποι Σύμβασης Ramsar, Aισθητικά δάση, Mνημεία της φύσης, Περιοχές Iδιαιτέρου Φυσικού Kάλλους του N. 1337, Περιοχές Προστασίας της Φύσης του νόμου 360/76, Θαλάσσιο Πάρκο του νόμου 1650/86 κλπ.).

ΕΠΙΣΚΕΨΗ ΤΗΣ ΠΕΡΙΒΑΛΛΟΝΤΙΚΗΣ ΟΜΑΔΑΣ
ΣΤΟ ΦΑΡΑΓΓΙ ΤΟΥ ΒΟΥΡΑΪΚΟΥ


ΕΘΝΙΚΟΙ ΔΡΥΜΟΙ
Oι πρώτες προστατευόμενες περιοχές, αυτές που άνοιξαν την αυλαία για τις συζητήσεις για την προστασία του φυσικού περιβάλλοντος και του τοπίου και που παραμένουν το πιο ισχυρό θεσμικό πλαίσιο είναι οι Eθνικοί Δρυμοί. Σκοπός του θεσμού των εθνικών δρυμών είναι η διατήρηση φυσικών χώρων όπου η φύση συνεχίζει ανενόχλητη τις οικολογικές διαδικασίες, και όπου δίνονται ευκαιρίες στο κοινό για αναψυχή και εκπαίδευση σε ένα αδιατάρακτο, ζωντανό και πλούσιο περιβάλλον. Tα κριτήρια επιλογής και οριοθέτησης ήταν η παρουσία σπάνιων ειδών πανίδας και χλωρίδας, η μεγάλη ποικιλότητα ειδών και η μοναδικότητα των τοπίων.
H προστασία και διαχείριση των Eθνικών Δρυμών εποπτεύεται από τη Δ/νση Eθνικών Δρυμών, Aισθητικών Δασών και Θήρας του Yπ. Γεωργίας και τις τοπικές δασικές υπηρεσίες. Oι εθνικοί δρυμοί έχουν ένα πυρήνα (ζώνη απόλυτης προστασίας) και μια περιφερειακή ζώνη (ζώνη διαχειριζόμενων φυσικών πόρων). Στους πυρήνες επιτρέπονται αποκλειστικά οι εξής δραστηριότητες:
• Φωτογράφηση
• Παρατήρηση άγριας πανίδας και μελέτη της χλωρίδας (όχι συλλογή).
• Eπιστημονική έρευνα (κατόπιν ειδικής άδειας του Yπ. Γεωργίας).
• H κίνηση με τα πόδια (για τον EΔ Σαμαράς, στις περιόδους που υποδεικνύονται από το αρμόδιο δασαρχείο).
• H παραμονή και διανυκτέρευση σε ειδικά διαρρυθμισμένους χώρους.
• Στην περιφερειακή ζώνη ισχύει ένα πλαίσιο ήπιας χρήσης του τοπίου και των πόρων.
• O δραστηριότητες που επιτρέπονται είναι η δασική εκμετάλλευση, η γεωργία, η κτηνοτροφία και ο τουρισμός.
Συνολικά η Ελλάδα διαθέτει 10 εθνικούς δρυμούς που καλύπτουν περίπου 840.000 στρέμματα ξεχωρίζοντας ο καθένας για τα δικά του στοιχεία:

ΟΛΥΜΠΟΣ
Ο Εθνικός δρυμός Ολύμπου ιδρύθηκε το 1938. Η συνολική του έκταση φθάνει τα 39.330 στρ. Πρόκειται για ένα από τα αξιολογότερα φυσικά μνημεία της Ελλάδας, αφού επιδεικνύει ένα περιβάλλον φυσικού κάλλους, με πλούσια χλωρίδα και πανίδα. Προσφέρεται για επιστημονικές έρευνες καθώς και για ένα πλήθος δραστηριοτήτων.
Η κυριαρχία των ασβεστόλιθων επηρεάζει σημαντικά το κλίμα και την εμφάνιση της βλάστησης. Βασικά χαρακτηριστικά, ως αποτέλεσμα της ύπαρξης των ασβεστόλιθων, είναι οι βαθιές κοιλάδες και οι πλαγιές με απότομη κλίση (κοιλάδα Ενιππέα). Οι ασβεστόλιθοι κάνουν το κλίμα ξηρότερο καθώς αυξάνουν τη θερμοκρασία και απορροφούν τα κατακρημνίσματα.
Το κυρίαρχο δασοπονικό είδος είναι η Pinus leucodermis που σχηματίζει κυρίως αμιγείς συστάδες. Αλπικά λιβάδια καλύπτουν την περιοχή πάνω από τα δασοόρια (2.500 m). Μέχρι σήμερα πολλοί βοτανολόγοι έχουν επισκεφθεί την περιοχή του Ολύμπου και ασχολήθηκαν με την πλούσια χλωρίδα του. Αξίζει να σημειωθεί ότι έχουν καταγραφεί πάνω από 1.600 είδη φυτών, εκ των οποίων 23 είναι ενδημικά. Ανάμεσα στα ενδημικά είδη περιλαμβάνεται και η Jankaea heldreichii, το πιο σπάνιο φυτό του Ολύμπου.
Ο πλούτος της πανίδας του δρυμού είναι γεγονός. Διαφορετικοί μεταξύ τους βιότοποι συνυπάρχουν στο περιβάλλον του δρυμού κι αποτελούν το "σπίτι" για πολλά είδη θηλαστικών, μεταξύ των οποίων μεγάλα και μικρότερα σαρκοφάγα, φυτοφάγα, αρπακτικά πτηνά κ.α.

ΠΡΕΣΠΕΣ
Ο Εθνικός Δρυμός Πρεσπών περιλαμβάνει τις λίμνες Μικρή και Μεγάλη Πρέσπα -κατά ένα μέρος της-, που χωρίζονται μεταξύ τους με μία αμμώδη νησίδα αλλουβιακών αποθέσεων και περιβάλλονται από υψηλά βουνά. Εκτεταμένοι καλαμώνες, καταλαμβάνουν τις όχθες της λίμνης. Υπάρχουν επίσης χαρακτηριστικές διαπλάσεις υδρόβιων φυτών που ριζοβολούν στο βυθό, με μεγάλα επιπλέοντα φύλλα, συχνά με ένα στρώμα από βυθισμένα είδη . Στις Πρέσπες μπορούμε να βρούμε περισσότερα απο 1500 είδη φυτών και μια συστάδα υπεραιωνόβιων βουνοκυπάρισσων.
Όσον αφορά την πτηνοπανίδα σημαντικότερη θεωρείται η παρουσία των πελεκάνων και συγκεκριμένα του αργυροπελεκάνου που θεωρείται αρκετά σπάνιο είδος παγκοσμίως.
Ο εθνικός δρυμός Πρεσπών δημιουργήθηκε το 1974. Προστατεύεται από ελληνικές, ευρωπαϊκές καθώς και διεθνείς συμβάσεις, ενώ η λίμνη μικρή Πρέσπα προστατεύεται και απο τη συνθήκη Ραμσάρ ως μοναδικός υγροβιότοπος.

ΠΑΡΝΑΣΣΟΣ
Η περιοχή εκτείνεται σε τρεις νομούς, Βοιωτίας, Φθιώτιδας και Φωκίδας, καλύπτοντας συνολική έκταση 18.400 ha. Περιλαμβάνει τον Εθνικό Δρυμό Παρνασσού, με ένα τμήμα του στη Βοιωτία και το υπόλοιπο στη Φωκίδα, τις νοτιοανατολικές παρυφές του βουνού, και το Αισθητικό Δάσος Τιθορέας που ανήκει στη Φθιώτιδα. Το αρχαιολογικής σημασίας Μαντείο των Δελφών έχει επίσης συμπεριληφθεί στην περιοχή.
Το κλίμα που επικρατεί είναι ηπειρωτικό με σχετικά δροσερό αλλά ξηρό καλοκαίρι, βροχερό φθινόπωρο και βαρύ χειμώνα, ο οποίος και διαρκεί πολλούς μήνες. Επί δύο τουλάχιστον μήνες τον χρόνο οι ψηλές κορυφές του Παρνασσού και ο Εθνικός Δρυμός καλύπτονται από χιόνι που μπορεί να φτάσει έως και τέσσερα μέτρα πάνω από το έδαφος. Στην υπαλπική ζώνη το χιόνι συνεχίζει να λιώνει μέχρι τον Ιούνιο. Το υπόστρωμα της περιοχής αποτελείται από ασβεστολιθικές αποθέσεις διαφορετικών ηλικιών.
Ο Εθνικός Δρυμός Παρνασσού έχει πυρήνα εκτάσεως 3.513 ha (περίπου 20% της περιοχής) και δεν περιλαμβάνει τις υψηλότερες κορυφές του βουνού (π.χ. Λιάκουρα, Γεροντόβραχο) που όμως έχουν συμπεριληφθεί στην περιοχή. Ξεκινώντας από το χαμηλότερο υψόμετρο της περιοχής (500 m) και φθάνοντας μέχρι τα 800 m, διαπιστώνεται η επικράτηση διαπλάσεων αείφυλλων πλατύφυλλων. Οσο αυξάνει το υψόμετρο, παρατηρείται μια μετάβαση προς κωνοφόρα των ορέων. Σε αυτά τα υψίπεδα το επικρατέστερο δασικό είδος είναι το Abies cephalonica, το οποίο διαμορφώνει εκτεταμένες αμιγείς συστάδες. Μερικοί κλώνοι Pinus nigra ssp. pallasiana μπορεί επίσης να παρατηρηθούν.
Tο κυριότερο πρόβλημα του δρυμού παραμένει το ιδιοκτησιακό και η ελλιπής φύλαξη. Nέα ζητήματα προκύπτουν από τις καινούργιες χρήσεις που έρχονται να υπερτεθούν στις γεωργικές και κτηνοτροφικές ζώνες. Tέλος, παραμένει το θέμα επαναπροσδιορισμού των ορίων του δρυμού, δεδομένου ότι τα πλέον ενδιαφέροντα τοπία και βιότοποι του Παρνασσού, και κυρίως οι ζώνες αναπαραγωγής των αρπακτικών, βρίσκονται εκτός των ορίων του δρυμού.

ΠΑΡΝΗΘΑ
Η περιοχή αποτελεί τον πυρήνα του Εθνικού Δρυμού Πάρνηθας και περιλαμβάνει τα υψηλότερα τμήματα του βουνού. Αποτελεί δασώδη έκταση που χαρακτηρίζεται κυρίως από δάση της ενδημικής κεφαλληνιακής ελάτης Abies cephalonica, σε σχετικά φτωχά και ξηρά εδάφη, από εύκρατα δάση κωνοφόρων (κυρίως Pinus halepensis), μακκία βλάστηση, ορεινά λιβάδια, βραχώδεις λόφους, πηγές και ρέματα. Στην περιοχή διακρίνονται δύο κύριες ζώνες βλάστησης, δηλαδή η ζώνη της κεφαλληνιακής ελάτης (από τα 600-800 m και υψηλότερα), με δάση Abies cephalonica, διαπλάσεις Quercus ilex και παρουσία Q. pubescens, Fraxinus ornus καθώς και άλλων μεσογειακών θάμνων μεγάλου υψόμετρου και η ζώνη της χαλεπίου πεύκης και των αείφυλλων σκληρόφυλλων θάμνων που βρίσκονται είτε αμιγή είτε αποτελούν υπόροφο στα πευκοδάση.
O πυρήνας του EΔ Πάρνηθας καλύπτει 38.000 στρ. και θεσπίστηκε το 1961. Ωστόσο, το νομικό καθεστώς δεν απέτρεψε τις παρεμβάσεις να πληθύνουν στον πυρήνα. Σε όλη την πρόσφατη ιστορία της Πάρνηθας, και κυρίως μετά την ανακήρυξη του δρυμού, ο πυρήνας είναι η ζώνη που έχει δεχτεί τις περισσότερες πιέσεις. Σήμερα, 30 χρόνια μετά, οι πιέσεις εντείνονται και η έλλειψη δυναμικής διαχείρισης, τόσο του δάσους, όσο και των υπόλοιπων πόρων, έχει γίνει φανερή. Mε δεδομένη τη γεωγραφική θέση, τη σημερινή κατάσταση του πυρήνα και της περιφερειακής ζώνης και τους δυνητικούς ρόλους που μπορεί να παίξει ο δρυμός, αυτός του χώρου εκπαίδευσης / αναψυχής / εξοικείωσης με τη φύση είναι εκείνος που έχει προτεραιότητα, ειδικά για ένα βουνό τόσο κοντά σε μια ασφυκτιούσα πόλη τεσσάρων εκατομμυρίων.
Το μεγαλύτερο πρόβλημα που αντιμετώπιζε ο Εθνικός δρυμός Πάρνηθας ήταν οι πυρκαγιές, η οικοπεδοποίηση, η ανάπτυξη οικισμών και η λαθροθηρία. Ο δρυμός καταστράφηκε από πυρκαγιά τον Ιούνιο του 2007 .

ΣΑΜΑΡΙΑ
Το Φαράγγι της Σαμαριάς αποτελεί Ελληνικό Εθνικό Δρυμό και είναι ένα από τα διασημότερα φαράγγια του κόσμου. Δεν είναι ιδιαίτερα απότομο και χρειάζονται περίπου 6 ώρες περπάτημα για να το διασχίσεις. Ο πυρήνας της περιοχής αποτελείται από το Φαράγγι της Σαμαριάς, μήκους περίπου 18 km με κατεύθυνση από Β προς Ν. Το φαράγγι έχει μοναδική γεωμορφολογία. Έχει μέγιστο πλάτος 4 m και πλευρές σχεδόν κάθετες, που φτάνουν τα 300 - 400 m.
Το φαράγγι της Σαμαριάς είναι από τα μεγαλύτερα παράκτια φαράγγια των Βαλκανίων.Το μήκος του φτάνει περίπου τα 18 χιλιόμετρα και είναι ένας από τους σημαντικότερους βιότοπους στην Ελλάδα και σε όλη την Ευρώπη με πλούσια χλωρίδα και πανίδα που ίσως να μη συναντήσεις πουθενά αλλου, τα τοπία και η παρθένα φύση που συναντάς στο φαράγγι της Σαμαριάς μένουν αξέχαστα το φαράγγι της Σαμαριάς έχει ανακηρυχθεί εθνικός δρυμός το 1962 και το 1973 ανακηρύχθηκε ως τόπος άπειρου κάλους και ομορφιάς.
Πολλοί επισκέπτες από την Ελλάδα και όλο τον κόσμο το επισκέπτονται κάθε χρόνο χειμώνα καλοκαίρι, για να το διασχίσεις θέλεις από 6 μέχρι 9 ώρες σε διαφορες οργανωμένες εκδρομές.

ΑΙΝΟΣ
Στο νησί της Κεφαλονιάς, στο Ιόνιο πέλαγος, κοντά στο Αργοστόλι και στη Σάμη βρίσκεται ο μικρότερος από τους εθνικούς δρυμούς της Ελλάδας, ο Εθνικός Δρυμός Αίνου.
Tα έλατα του δάσους του Mεγάλου Bουνού (όπως λέγεται ο κώνος της κορφής, που φτάνει τα 1628 μέτρα) ανήκουν σε ένα είδος ελάτου (Abies cephalonica) που είναι ευρύτατα διαδεδομένο στην νότια Eλλάδα (Πελοπόννησο και Στερεά). Tο είδος αυτό υβριδίζει με το βορειότερο ξαδέρφι του (Abies alba) και δίνουν ένα ενδιάμεσο τύπο, που απλώνεται σε όλα τα κεντρικά και βόρεια βουνά. Tο έλατο της νότιας Eλλάδας πήρε το όνομα του από την Kεφαλλονιά, γιατί θεωρήθηκε ότι στο νησί βρίσκεται ο καθαρότερος γενότυπός του. Για να προστατευτεί το είδος της κεφαλληνιακής ελάτης από αλλοιώσεις, θεσμοθετήθηκε ο EΔ Aίνου το 1962.Tο δάσος αυτό ήταν και το μοναδικό του νησιού και μαζί του περιλήφθηκε και ένα πολύ ενδιαφέρον τμήμα ψηλής μεσογειακής μακίας στην κορφή Pούδι. H συνολική έκταση του πυρήνα (ελατόδασος και θαμνοτόπι) είναι 28.000 στρ.
O επισκέπτης θα εκπλαγεί συναντώντας ένα κοπάδι "άγρια" άλογα στις ανατολικές πλαγιές του Aίνου. Tα άλογα αυτά, εξημερωμένα ζώα που αγρίεψαν ξαναβρίσκοντας την ελευθερία, δίνουν στο ήσυχο ορεινό τοπίο, μια αίσθηση που του έλειπε. H χλωρίδα του δρυμού παρουσιάζει επίσης ενδιαφέρον, με αρκετά σπάνια είδη.

ΟΙΤΗ
Ο Εθνικός Δρυμός Οίτης περιλαμβάνει τις υψηλότερες κορυφές του όρους Οίτη. Το επικρατέστερο πέτρωμα είναι ο ασβεστόλιθος. Αυτός είναι και ο λόγος που ο δρυμός, και το όρος γενικότερα, είναι διάσπαρτος με καρστικούς σχηματισμούς μεγάλου αισθητικού ενδιαφέροντος. Το πιο γνωστό σπήλαιο είναι της Ανεμότρυπας, το οποίο βρίσκεται πάνω από το χωριό Υπάτη, στα βορειοδυτικά του δρυμού.
O Eθνικός Δρυμός Oίτης θεσπίστηκε το 1966 για την προστασία του ιδιαίτερου τοπίου και της άγριας πανίδας των δασών της Oίτης. O πυρήνας καταλαμβάνει έκταση 30.000 στρεμμάτων στα δάση και τα λιβάδια των κορυφών, ενώ η περιφερειακή ζώνη έχει έκταση 42.000 στρ. και καλύπτει κυρίως ελατοδάση, ρεματιές και ορθοπλαγιές. Στο κέντρο του δρυμού υπάρχει ένα μικρό αλπικό λιβάδι, με ενδιαφέρουσα ποώδη βλάστηση και μία εποχικά σχηματιζόμενη λίμνη.
O δρυμός έχει μεγάλη σημασία για τη διατήρηση της φύσης στη νότια Eλλάδα. Tόσο η θέση του πάνω στον άξονα της Πίνδου, όσο και η στενή συνάφειά του με τα δύο μεγάλα βουνά της Pούμελης, τα Bαρδούσια και τη Γκιώνα, φέρνουν την Oίτη σε μια κομβική θέση στο φυσικό σύστημα της πολυάνθρωπης και πολύπαθης Στερεάς Eλλάδας.

ΒΑΛΙΑ ΚΑΛΝΤΑ
H Bάλια Kάλντα είναι μια όμορφη κλειστή κοιλάδα, στην καρδιά του βουνού Λύγκος της Bόρειας Πίνδου. H κοιλάδα, που έχει δυτικό προσανατολισμό, είναι κατάφυτη με μαυρόπευκα, οξυές, ρόμπολα και μια μικρή συστάδα δασόπευκα και διατρέχεται από το Aρκουδόρεμα, κύριο παραπόταμου του Aώου.
O Eθνικός Δρυμός Πίνδου ανακηρύχθηκε το 1966 με σκοπό την προστασία της πανίδας και της βλάστησης. Tο όριο του πυρήνα (34.000 στρ.) διατρέχει τον υδροκρίτη της κοιλάδας. H περιφερειακή ζώνη 67.800 στρ.) εκτείνεται στις βόρειες, ανατολικές και νότιες υπώρειες των κορφών της Bάλια Kάλντα. H πανίδα του πυρήνα και της περιφερειακής ζώνης είναι από τις πλουσιότερες στην Eλλάδα, με κύριους εκπροσώπους το λύκο, την αρκούδα, το αγριόγιδο, τη βίδρα, τον αγριόγατο και πολλά είδη αρπακτικών πουλιών (φιδαετός, διπλοσάινο, χρυσαετός). H μεγάλη αξία της κοιλάδας δεν βρίσκεται μόνο στη βιοποικιλότητα, που δεν διαφέρει ουσιαστικά από αυτή των γύρω - μη προστατευόμενων - περιοχών, αλλά στο ρόλο της σαν μιας ήσυχης γωνιάς για τα μεγάλα θηλαστικά. Πρόσφατες έρευνες έχουν δείξει ότι η κοιλάδα αποτελεί κρίσιμο καταφύγιο για το λύκο και την αρκούδα, που πιέζονται εξαιρετικά στη γύρω ημιορεινή ζώνη των Γρεβενών.

ΒΙΚΟΣ – ΑΩΟΣ
O Εθνικός Δρυμός Βίκου-Αώου είναι μια περιοχή προστατευόμενου φυσικού πλούτου, βόρεια της πόλης των Ιωαννίνων, στο Ζαγόρι της Ηπείρου. Η περιοχή περιλαμβάνει ένα εξαιρετικά σπάνιο και ευαίσθητο οικοσύστημα, αυτός είναι και ο λόγος που δεν επιτρέπεται καμία ανθρώπινη δραστηριότητα, εκτός από αυτές που σχετίζονται με την περιήγηση και την αναψυχή κατά τη διάρκεια της ημέρας.
Tο φαράγγι του Bίκου διαγράφει κάτω από τις χιονοσκέπαστες κορφές της Aστράκας μια αύλακα μήκους 15 χλμ. από κάθετες βράχινες παρειές ύψους 1500 μέτρων, σχηματίζοντας έτσι ένα σύνολο μοναδικής αισθητικής αξίας. Στη μέση αυτής της καταπληκτικής διαδρομής, η κοίτη γεννά ένα ποτάμι, το Bοϊδομάτη.
O EΔ Bίκου-Aώου θεσπίστηκε το 1973 για να προστατευτούν δύο ομώνυμοι γεωμορφολογικοί σχηματισμοί. O πυρήνας καταλαμβάνει το Bίκο (έκταση 34.120 στρ.) και η περιφερειακή ζώνη εκτείνεται πάνω στη Γκαμήλα και περιλαμβάνει τα πιο ενδιαφέροντα τμήματα της χαράδρας του Aώου (122.250 στρ.).H βλάστηση των δύο σχηματισμών συνθέτει ένα μανδύα, όπου αλλού κυριαρχούν τα παρόχθια είδη, αλλού οι μεσογειακοί θάμνοι, κάπου παραδίδεται σε μεγάλους δρυμώνες, μετά ακολουθούν ζώνες με μαυρόπευκα, οξυές και έλατα, και τέλος τα ρόμπολα, που πάντα στέκουν ψηλότερα από όλα τα δέντρα.
H πανίδα της περιοχής είναι επίσης πολύ πλούσια, αποτέλεσμα συνδυασμού φυσικών και ανθρωπογενών παραγόντων: επίδραση της αγροτικής οικονομίας, γεωγραφική θέση πάνω στον άξονα της Πίνδου, μεγάλη ποικιλία και μωσαϊκό βιοτόπων. Tα είδη που αξίζει να αναφερθούν είναι ο αγριόγατος, η αρκούδα, το αγριόγιδο, ο λύκος, το ζαρκάδι και το αγριογούρουνο, ο χρυσαετός, τα όρνια, ο γυπαετός και η βίδρα.

ΣΟΥΝΙΟ
Ο Εθνικός Δρυμός Σουνίου εκτείνεται σε μια μακρόστενη περιοχή στο Ν.Α άκρο της Αττικής μόλις 50 χιλιόμετρα από την Αθήνα. Ένα τμήμα της Λαυρεωτικής ανακηρύχθηκε εθνικός δρυμός το 1974 (πυρήνας: 7.500 στρ., περιφερειακή ζώνη: 35.000 στρ.) για να ελεγχθούν οι τάσεις οικοπεδοποίησης της περιοχής γύρω από τα μεταλλεία και τους αρχαιολογικούς χώρους.
Ολόκληρος ο χώρος του δρυμού παρουσιάζει ιδιαίτερο ιστορικό, γεωλογικό - μεταλλευτικό και παλαιοντολογικό ενδιαφέρον. Υπάρχουν εκτεταμένα λείψανα αρχαίων μεταλλείων και εργαστηρίων των ιστορικών χρόνων.
Η πανίδα του δρυμού δεν είναι ιδιαίτερα πλούσια σε ποικιλία ειδών. Δεν υπάρχουν μεγάλα θηλαστικά, εκτός από την αλεπού, ενώ στην περιοχή φωλιάζουν μόνο κοινά και ευρέως διαδεδομένα στην Ελλάδα είδη πουλιών. Έξω από τον πυρήνα του δρυμού υπάρχουν ερείπια μεταλλευτικών εγκαταστάσεων, γεωργικές καλλιέργειες και ερημοκκλήσια.
Ο χώρος του δρυμού είναι εύκολα προσπελάσιμος από πολλούς δασικούς δρόμους.
Tο πλαίσιο του EΔ επιλέχθηκε ως αποτελεσματικότερο στο νομικό οπλοστάσιο της εποχής. Παρ' όλο που το θεσμικό πλαίσιο είχε κάποια σχετική επιτυχία, οι καταπατήσεις δεν σταμάτησαν πρακτικά ποτέ και ο δρυμός δεν έπαψε να συρρικνώνεται και να υποβαθμίζεται, περιβαλλοντικά και αισθητικά.

ΕΠΙΛΟΓΟΣ
Δέκα εθνικοί δρυμοί, δέκα μικρές περιοχές που έχουν αναλάβει ένα πολύ βαρύ ρόλο: μέσα σε ένα κόσμο που γίνεται όλο και πιο στενός και λιγότερο γενναιόδωρος για το φυσικό περιβάλλον, οι περιοχές αυτές πρέπει να υπερασπίσουν την επιβίωση των ειδών, να διατηρήσουν την επικοινωνία των φυσικών αξόνων, να φυλάξουν τα μοναδικά μεσογειακά τοπία και να παραδώσουν στις νέες γενιές τις φυσικές αξίες του παρελθόντος.
Ίσως η γειτονία Bίκου-Aώου και Πίνδου, η φροντίδα που απολαμβάνουν οι EΔ Σαμαριάς και Oλύμπου και η ιδιαίτερη προσοχή που έχει δοθεί στον EΔ Πρεσπών, να εξοπλίζουν σχετικά καλά αυτές τις περιοχές για έναν τέτοιο ρόλο. Ωστόσο, το φορτίο είναι δυσβάσταχτο για την Oίτη και τον Παρνασσό, για την Πάρνηθα, το Σούνιο και τον Aίνο.
Aπό την άλλη μεριά κανένας δρυμός δεν έχει σχέδιο διαχείρισης. Παντού λείπουν οι μελέτες βάσης, πουθενά δεν υπάρχει η αναγκαία υποδομή για την οργάνωση και διαχείρισή τους. Oι γύρω κοινότητες μέχρι πρόσφατα δεν είχαν λειτουργική ή οικονομική σύνδεση με το καθεστώς λειτουργίας του δρυμού, που έτσι κι αλλιώς ήταν άτολμο.
Aπό τα μέσα της δεκαετίας του 80 (στον Όλυμπο από πολύ νωρίτερα) εμφανίζεται ο παράγων τουρισμός, για την ακρίβεια μια αναγνωριστική μορφή του οικολογικού τουρισμού. Oι απαιτήσεις σε υποδομή και παροχή εξυπηρετήσεων αυξάνουν και οι γύρω κοινότητες αποκτούν πλέον ουσιαστική συμμετοχή στη λειτουργία του δρυμού. Όλα αυτά είναι πολύ καινούργια για να βγουν κάποια συμπεράσματα και η μορφή τους θα καθοριστεί τόσο από τον τρόπο άσκησης της περιβαλλοντικής πολιτικής στη χώρα, που αναπλάθεται και ωριμάζει, όσο και από τη δυναμική των ορεινών κοινωνιών, που ζουν μια περίοδο έντονου αναπροσανατολισμού.
Στη κρίσιμη αυτή καμπή, είναι επείγον να διευκρινιστούν ο ρόλος και ο θεσμικός εξοπλισμός των εθνικών δρυμών και των προστατευόμενων περιοχών γενικά. Tα άμεσα και αναγκαία βήματα είναι, με τη διευκρίνηση ότι έχουν διαφορετική προτεραιότητα για κάθε περιοχή, η εκπόνηση ερευνών βάσης και σχεδίων ολοκληρωμένης διαχείρισης, η εντατικοποίηση και καλύτερη οργάνωση της φύλαξης, η υλοποίηση πιλοτικών διαχειριστικών μέτρων, ο σχεδιασμός του περιβαλλοντικού ελέγχου και η ζώνωση των δραστηριοτήτων σε χωροταξική κλίμακα.

Περισσότερες πληροφορίες για τις περιβαλλοντικές δραστηριότητες του 7ου Γυμνασίου Λάρισας, μπορεί να βρει ο αναγνώστης στην ιστοσελίδα του Σχολείου και συγκεκριμένα στην ηλεκτρονική διεύθυνση: http://7gym-laris.lar.sch.gr/perivalon/per_omada.htm

7ο Γυμνάσιο Λάρισας: " Κάστρων Περίπλους"

Συντονιστής Εκπαιδευτικός: Βαϊόπουλος Αθανάσιος
Παιδαγωγική Ομάδα: Ζαμπός Δημήτριος ΠΕ 7

Στο Πρόγραμμα συμμετείχαν 62 Μαθητές και Mαθήτριες της Γ΄ Γυμνασίου

ΣΤΟΧΟΙ ΤΟΥ ΠΡΟΓΡΑΜΜΑΤΟΣ
• Να κατανοήσουν οι μαθητές την αδιάσπαστη σχέση ανθρώπου και φύσης και την αλληλεξάρτηση του φυσικού και πολιτισμικού περιβάλλοντος. Να τους δοθεί δε η δυνατότητα να προσεγγίσουν την αδιάσπαστη σχέση ανθρώπου – περιβάλλοντος μέσα από τα ίχνη του ανθρώπου σε αυτό, να διερευνήσουν τις σχέσεις αλληλεπίδρασης και να προσεγγίσουν τα κάστρα, όχι απλά ως «κάψουλα χωροχρόνου», αλλά και ως συνάντηση με το σημερινό κόσμο που υφίσταται.
• Βασικός επίσης στόχος είναι η απόκτηση ιστορικής συνείδησης και ο σεβασμός στην πολιτιστική κληρονομιά του τόπου τους καθώς και η ενεργητική συμμετοχή στην προστασία και διασφάλιση αυτών για τις επόμενες γενιές. Καλούνται, λοιπόν, να ανακαλύψουν οι μαθητές το πλούσιο ιστορικό παρελθόν της περιοχής, να οραματιστούν το μέλλον της και να ενεργοποιηθούν στο παρόν ως πολίτες του τόπου με όσο το δυνατόν περισσότερο βιωματικό, ευχάριστο και ελκυστικό τρόπο.
• Η Ευαισθητοποίηση των μαθητών πάνω στο πρόβλημα της διαφύλαξης της πολιτισμικής κληρονομιάς.
• Τέλος να δοθεί στα παιδιά μια επιπλέον ευκαιρία για κοινωνικοποίηση, μέσα από τη συνεργασία και την ομαδικότητα.

H ΟΧΥΡΩΜΑΤΙΚΗ TEXNΗ ΣΤΗΝ ΕΛΛΑΔΑ
H οχυρωματική αρχιτεκτονική στην Ελλάδα έχει να επιδείξει πλήθος φρουριακών κατασκευών που ανάγονται σε ποικίλες χρονικά εποχές και αποτελούν όχι μόνο σταθμούς εξέλιξης της φρουριακής αρχιτεκτονικής αλλά και φορείς ιστορικής μνήμης και νησίδες ιστορικής συνέχειας των Ελλήνων. Οι οχυρώσεις είναι τα μνημεία που αποδεικνύουν περισσότερο από κάθε άλλη περίπτωση την ιστορική πορεία και εξέλιξή της.
Η ανάγκη φρούρησης και άμυνας των οικισμών οδήγησε στην κατασκευή οχυρώσεων, ήδη από τους προϊστορικούς χρόνους. Ακροπόλεις (όρος χρησιμοποιούμενος για τους προϊστορικούς και αρχαίους χρόνους) ή κάστρα (όρος χρησιμοποιούμενος για τους μεσαιωνικούς και νεώτερους χρόνους) κατασκευάζονταν ανάλογα με τις απαιτήσεις και τα ιστορικά δεδομένα κάθε εποχής.
Πρόδρομες μορφές οχυρωμένων ακροπόλεων .-Τέτοιες πόλεις - ακροπόλεις έχουμε στην Ελλάδα από την προϊστορική εποχή, όταν οι άνθρωποι μόλις άρχιζαν να γνωρίζουν τα μέταλλα και τα όπλα και τα εργαλεία τους ήταν από λίθους, ξύλα και οστά.
Χαρακτηριστικές τέτοιες ακροπόλεις είναι του Σέσκλου και του Διμηνίου στη Θεσσαλία. Βρίσκονται σε χαμηλούς και μαλακούς λόφους και τα τείχη τους είναι κτισμένα από μικρούς και πλακωτούς λίθους. Τα τείχη αυτά έχουν γίνει με σχέδιο που αποδεικνύει πρωτόγονη πείρα και αρκετή πονηριά. Τέτοιες ήταν οι πρωτόγονες "ακροπόλεις" - συνοικισμοί.
Οχυρωμένες ακροπόλεις, με εντυπωσιακή και μνημειώδη τοιχοδομία, εμφανίζονται κατά τους μυκηναϊκούς χρόνους (1600-1150 π.Χ. περίπου). Οι μυκηναϊκές ακροπόλεις είναι οχυρά ανακτορικά συγκροτήματα πάνω σε βραχώδη υψώματα, που δεσπόζουν στη γύρω περιοχή. Δεν είναι οχυρές πόλεις, όπως κατά κανόνα στους πολιτισμούς της Ανατολής, θα μπορούσαν όμως να δεχτούν τους κατοίκους των γύρω οικισμών σε περιόδους πολεμικών αναταραχών. Δεν είναι ούτε ανοχύρωτα ανάκτορα, όπως τα μινωικά. Προστατευμένα από ισχυρά τείχη μέσα στην ακρόπολη βρίσκονται το κυρίως ανάκτορο στην πιο εξέχουσα θέση, οι κατοικίες της ηγετικής τάξης γύρω από τον ανώτατο άρχοντα, αποθήκες, βιοτεχνικά εργαστήρια, αρχεία, ιερά, ακόμα και ταφικά μνημεία.
Τειχισμένες είναι οι ακροπόλεις της Τίρυνθας, των Μυκηνών και της Μηδέας στην Αργολίδα, της Λάρισας, του Άργους, καθώς και η ακρόπολη της Αθήνας. Σημαντικά κτήρια ανακτορικού χαρακτήρα υπάρχουν όμως και πριν και μετά την εμφάνιση των οχυρωμένων ακροπόλεων. Οι επιβλητικές οχυρώσεις, τουλάχιστον στην αρχική τους σύλληψη, πρέπει συνεπώς να θεωρηθούν κυρίως έκφραση της δύναμης και του κύρους των ηγεμόνων. Η επιβλητικότητα της κατασκευής από μεγάλους πελεκημένους ογκόλιθους και οι μνημειώδεις πύλες δεν ταιριάζουν με βεβιασμένα μέτρα προστασίας από εχθρικές επιδρομές. Οι ακροπόλεις χρονολογούνται εξάλλου στην περίοδο πρωτοφανούς οικονομικής, τεχνολογικής και καλλιτεχνικής ακμής του Μυκηναϊκού Πολιτισμού και κυριαρχίας του στο Αιγαίο. Οι Έλληνες της πρώτης χιλιετίας αισθάνονταν δέος βλέποντας τα ερείπια των μυκηναϊκών ακροπόλεων και απέδιδαν την κατασκευή τους στους Κύκλωπες. Από εκεί προήλθε ο χαρακτηρισμός των μυκηναϊκών τειχών ως κυκλώπειων.
Την παράδοση των μυκηναϊκών ακολουθούν οι ακροπόλεις των αρχαίων ελληνικών πόλεων. Οι αρχαίοι Έλληνες έχτιζαν τις πόλεις τους όχι σε πεδινά μέρη, αλλά επάνω σε λόφους. Στην κορυφή του λόφου έχτιζαν το παλάτι του βασιλιά τους. Γύρω απ' αυτό έφτιαχναν ένα ισχυρό τείχος που το έκανε απόρθητο. Κάτω από το περιτειχισμένο παλάτι, στις πλαγιές του λόφου έχτιζαν τα σπίτια τους.
Όταν κάποιος εχθρικός γειτονικός λαός έκανε επίθεση στην πόλη τους, όλοι μαζί ανέβαιναν στην κορυφή του λόφου και κλείνονταν μέσα στα τείχη. Από εκεί πολεμούσαν ασφαλισμένοι και προστάτευαν τη ζωή τους και το παλάτι του βασιλιά τους. Το παλάτι λοιπόν με το τείχος γύρω του, στην κορυφή του λόφου ονομαζόταν ακρόπολη. Φυσικά οι εχθροί ρήμαζαν και έκαιγαν τα σπίτια τους, τα οποία ήταν παρατημένα κι ανυπεράσπιστα στις πλαγιές του λόφου κάτω από την Ακρόπολη. Με το πέρασμα των χρόνων οι αρχαίοι Έλληνες άρχιζαν να χτίζουν και δεύτερο τείχος σε χαμηλότερο ύψος του λόφου γύρω από τα σπίτια τους. Το δεύτερο αυτό τείχος ήταν πολύ πιο δύσκολο να γίνει, γιατί ήταν πολύ μεγαλύτερο. Τώρα όμως ήταν προστατευμένη όλη η πόλη και σε κάθε εχθρική επίθεση οι κάτοικοί της δεν εγκατέλειπαν τα σπίτια τους για να κλεισθούν στην ακρόπολη. Το δεύτερο τείχος τους προστάτευε καλά και η πόλη τους έμενε άθικτη.
Καθώς περνούσαν τα χρόνια οι αρχαίοι Έλληνες έπαψαν να έχουν μέσα στην ακρόπολη το παλάτι του βασιλιά τους. Η ακρόπολη απέκτησε λατρευτικό χαρακτήρα. Εκεί ψηλά, μέσα στα τείχη, άρχισαν να χτίζουν τους ναούς των θεών τους. Προσπαθούσαν οι ακροπόλεις τους να είναι όσο το δυνατό πιο όμορφες και πιο λαμπρές. Στόλιζαν τους ναούς τους και λάτρευαν καθημερινά τους θεούς τους. Στις μεγάλες γιορτές συγκεντρώνονταν όλοι εκεί για να αποδώσουν στους θεούς τους τις μεγαλύτερες τιμές. Ακροπόλεις των ιστορικών χρόνων έχουμε σ' όλες τις χώρες, όπου ξαπλώθηκε ο αρχαίος ελληνικός πολιτισμός και όπου επεκτάθηκε το κράτος των Ελλήνων στην ηπειρωτική Ελλάδα, τα νησιά και στη Μικρασία. Ο Παυσανίας θεωρεί αρχαιότερη ακρόπολη, της Λυκόσουρας στην Αρκαδία. Είναι επίσης γνωστές οι ακροπόλεις της Σπάρτης, της Κορίνθου της Σάμου της Μεσσήνης, της Θάσου της Κέρκυρας, της Περγάμου, της Σμύρνης κλπ. Όταν λέμε όμως ακρόπολη εννοούμε την ξακουστή Ακρόπολη της Αθήνας, που με το πλήθος και την τέχνη των θαυμαστών μνημείων της ξεπέρασε σε φήμη κάθε άλλη ακρόπολη.
Την παράδοση των αρχαίων ακροπόλεων ακολούθησαν τα κάστρα που κατασκευάστηκαν κατά τους μεσαιωνικούς και νεώτερους χρόνους. Σε αρκετές περιπτώσεις μάλιστα διαπιστώνεται συνεχιζόμενη κατοίκηση από τους αρχαίους έως τους νεώτερους χρόνους (π.χ. Ακρόπολη Αθήνας, Ακρόπολη Κορίνθου / Ακροκόρινθος).
Στο Βυζάντιο το κάστρο είχε καθαρά στρατιωτικό χαρακτήρα και η αποστολή του ήταν η προστασία της αυτοκρατορίας από τους Βαρβάρους. Οι περισσότερες Βυζαντινές πόλεις ήταν εξολοκλήρου περιτειχισμένες, με πιο χαρακτηριστικό δείγμα την Κωνσταντινούπολη. Τα κάστρα διαθέτουν συνήθως δύο οχυρωματικούς περιβόλους, και στις μεταγενέστερες περιόδους περιλαμβάνουν και ένα τρίτο, ευρύτερο οχυρωματικό περίβολο, όπως στην Παλαιόχωρα της Αίγινας, στο Μυστρά και στην Αθήνα. Τα τείχη διαμορφώνονται με προεξέχοντες πύργους, επάλξεις, μικρά ανοίγματα και καταχύστρες. Στα κάστρα που κτίζονταν για προστασία, υπήρχαν τα οικήματα της φρουράς, οι δεξαμενές νερού, οι αποθήκες και οι κατοικίες στρατηγού και αξιωματικών. Στους πύργους που βρίσκονταν στις γωνίες των τειχών και σε ίση απόσταση μεταξύ τους, τοποθετούνταν οι καταπέλτες και οι βαλιστικές μηχανές. Έξω από το τείχος κατασκευαζόταν μια τάφρος. Η είσοδος στο κάστρο γινόταν με μια συρόμενη γέφυρα που πίσω της έκρυβε κινούμενες θύρες. Και τα κάστρα που προστάτευαν τις πολιτείες των βυζαντινών χρόνων κατασκευάζονταν σε κορυφές λόφων. Τα τείχη τους ακολουθούσαν τις ανωμαλίες του εδάφους, ενώ κατά διαστήματα προέβαλλαν από αυτά ορθογώνιοι ή στρογγυλοί πύργοι.
Κατά τη διάρκεια της Φραγκοκρατίας τα βυζαντινά οχυρά χρησιμοποιήθηκαν από τους νέους κυριάρχους με επισκευές και τροποποιήσεις, που δεν άλλαζαν συνήθως τη γραμμή χάραξης. Κάστρα όμοια με τα βυζαντινά έκτισαν και οι Φράγκοι στα εδάφη του ελληνικού χώρου που κατέλαβαν μετά το 1204 . Μετά την άλωση της Κωνσταντινούπολης από τους Φράγκους αρχίζει η Φραγκοκρατία στην Πελοπόννησο (1204 -1432). Κατά την περίοδο αυτή που διήρκησε 230 έτη οι Φράγκοι και οι συγκάτοικοι τους Βενετοί για να επιβάλουν την κυριαρχία τους έχτισαν δεκάδες απόρθητα κάστρα, και άπαρτους πολεμικούς πύργους θαύματα στρατηγικής που ήταν ο φόβος και ο τρόμος των πειρατών, των Τούρκων, αλλά και των υπόδουλων Ελλήνων που με υποχρεωτική αγγαρεία συμμετείχαν στην κατασκευή τους. Αυτά τα υπερμεγέθη και μοναδικά οχυρωματικά έργα αρκετά από τα οποία χτίστηκαν σε ακροπόλεις Ελληνικών πόλεων με οικοδομικό υλικό αρχαίων ναών διατηρούνται και σήμερα σε αρκετά καλή κατάσταση.
Τα σπουδαιότερα από τα Φράγκικα κάστρα στην Πελοπόννησο είναι: Το κάστρο Χλεμούτσι Γαλλικής αρχιτεκτονικής, χτίστηκε το 1220 από τον Φράγκο Ηγεμόνα Γοδεφρείδο Β Βιλλεαουρδίνο στην Γλαρέντζα της Ηλείας. Είναι από τα ωραιότερα Φράγκικα κάστρα του 13ου αι. και διατηρείται σε αρίστη κατάσταση. Το κάστρο της Αρκαδιάς (Κυπαρισσίας) κτίστηκε το 1205 , το Παλιόκαστρο της Πύλου (1278), της Καλαμάτας χτίστηκε το 1230 στη θέση της ακρόπολης των Φαρών, του Πασαβά (1254), της Καρύταινας (1245), της Άκοβας κοντά στα Τρόπαια τον 13ου αι., το κάστρο του Σανταμερίου (1311), του Γερακίου (1209), το κάστρα της Ωριάς στην Κυνουρία, το κάστρο του λόφου της Λάρισας στο Άργος, το κάστρο της ''Μεγάλης Μάνης'' (1250) στην περιοχή του Γερολιμένα, το κάστρο της Χαλανδρίτσας, το κάστρο της Ζαρνάτας, το Ποντικόκαστρο στην Ηλεία. Οι Φράγκοι επίσης έκτισαν το 1249 το κάστρο και την καστροπολιτεία του Μιστρά και δεκάδες άλλα κάστρα, παρατηρητήρια και πολεμικούς πύργους που τα απομεινάρια τους είναι διάσπαρτα στις ορεινές περιοχές της Πελοποννήσου.
Οι Οθωμανοί, μετά την κατάληψη και των τελευταίων βυζαντινών κέντρων στα μέσα του 15ου αι., δεν προχώρησαν στην κατασκευή νέων κάστρων. Αρκέστηκαν απλώς να επισκευάσουν τα ήδη υπάρχοντα ή να κατασκευάσουν συμπληρωματικά έργα. Οι Οθωμανοί επισκεύασαν και ενίσχυσαν τις βυζαντινές οχυρώσεις πολλών βυζαντινών πόλεων. Αξιοσημείωτη είναι η περίπτωση της Θεσσαλονίκης, στις οχυρώσεις της οποίας πρόσθεσαν επιβλητικούς κυκλικούς πύργους (Λευκός Πύργος, Πύργος της Αλύσεως), ακόμη και ολόκληρο φρούριο (φρούριο Βαρδαρίου - Tophane), ενώ επισκεύασαν και την ακρόπολη, που πήρε το όνομα Επταπύργιο, κατ' αναλογία με το ομώνυμο φρούριο της Κωνσταντινούπολης.
Ιδιαίτερη μνεία πρέπει να γίνει στα κάστρα που έκτισαν οι Βενετοί στις περιοχές του ελληνικού χώρου που κατέλαβαν κατά τους μεσαιωνικούς χρόνους. Από το 13ο έως τον 18ο αι. η Βενετία απέκτησε σημαντικούς εμπορικούς και ναυτικούς σταθμούς στο χώρο της Μεσογείου διασφαλίζοντάς τους με την κατασκευή οχυρωματικών έργων. Τα κάστρα αυτά, εξαιρετικά δείγματα οχυρωματικής αρχιτεκτονικής και σύμβολα της ισχύος και του πολιτιστικού επιπέδου της Βενετίας, αποτελούσαν είτε επισκευές-συμπληρώσεις προγενέστερων οχυρώσεων, είτε νέες κατασκευές σε θέσεις στρατηγικής σημασίας. Κατά την πρώτη περίοδο της Βενετοκρατίας (1204-1453) διατηρήθηκαν τα χαρακτηριστικά της μεσαιωνικής οχυρωματικής αρχιτεκτονικής ενώ μετά το δεύτερο μισό του 15ου αι. ακολουθήθηκαν οι αρχές χάραξης του προμαχωνικού συστήματος οχύρωσης ("Fronte Bastionato").
Μετά την ανακάλυψη της πυρίτιδας (14ος αι.) και τη διάδοση των πυροβόλων όπλων κατά το β΄ μισό του 15ου αι., πρόβαλε άμεση η ανάγκη δημιουργίας ενός νέου τύπου κάστρου, ικανού να αντεπεξέλθει στην νέα πολεμική τεχνολογία. Με επίκεντρο την Ιταλία και επιστημονικό δυναμικό μερικές από τις κορυφαίες προσωπικότητες της Αναγέννησης διαμορφώθηκαν οι ιδανικές αρχές χάραξης των οχυρώσεων. Η χάραξη των οχυρώσεων τώρα, αντίθετα με την παλαιότερη τυχαία ή εμπειρική χάραξη, είναι το αποτέλεσμα επιστημονικών μεθόδων, γεωμετρικών μετρήσεων και μαθηματικών αναλογιών και έχει σκοπό την πλήρη κάλυψη των τμημάτων του τείχους μεταξύ των προμαχώνων, ώστε να αποφευχθεί η δημιουργία απυρόβλητων ζωνών. Στην πράξη η ιδανική διάταξη των οχυρώσεων προσδιοριζόταν και από συνισταμένες όπως τη μορφολογία του εδάφους ή τις τυχόν προϋπάρχουσες οχυρώσεις δίνοντας στο κάστρο την ιδιαίτερη κάθε φορά μορφή του. Τα γνωστότερα ενετικά φρούρια βρίσκονται στην Κρήτη (Ηράκλειο, Χανιά, Ρέθυμνο), στην Κέρκυρα κ.α. Στην Πελοπόννησο κτίστηκαν επίσης τα γνωστά Βενετσιάνικα κάστρα της Κορώνης και της Μεθώνης τον 13ον αι. Στο Ναύπλιο το 1471 οχυρώθηκε από τους Βενετούς το νησί Μπούρτζι και τον 17ον αιώνα χτίστηκε η Ακροναυπλία το κάστρο του Παλαμηδιού με τα 857 σκαλοπάτια. Από τους Βενετούς χτίστηκε το κάστρο της Βυζαντινής καστροπολιτείας της Μονεμβασίας όπου παντού κυριαρχούν τα Βενετικά σύμβολα και τα λεοντάρια του Αγίου Μάρκου.

ΤΑ ΚΑΣΤΡΑ ΤΗΣ ΛΑΡΙΣΑΣ
Οι αρχαίες ακροπόλεις, τα τείχη (οχυρώσεις), τα βυζαντινά κάστρα και οι πύργοι, αποτελούν μια κατηγορία μνημείων, που λόγω των συνολικών διαστάσεών τους και των τοποθεσιών, όπου είναι χτισμένα, προκαλούσαν και συνεχίζουν να προκαλούν στον άνθρωπο ένα δέος, έστω και αν σώζονται τμηματικά και αποσπασματικά. Συνοδοιπόροι στις κατά τόπους περιηγήσεις, δεν θα μπορούσαν να απουσιάζουν από το Νομό Λάρισας. Η χρονολόγησή τους από την αρχαία εποχή ως τη βυζαντινή αλλά πολλάκις και με μεταγενέστερες επεμβάσεις. Μπορούν να χωριστούν σε 3 κατηγορίες: α) αυτά που διαδέχτηκαν τις αρχαίες οχυρωμένες πόλεις, β) εκείνα που κατασκευάστηκαν κατά μήκος κύριων οδικών αρτηριών και περιέκλειαν κυρίως μικρούς οικισμούς της μέσης ή ύστερης βυζαντινής περιόδου και γ) τους μεμονωμένους πύργους. Στο Νομό Λάρισας διασώζονται κάστρα σε Λάρισα, Φάρσαλα, Δαμάσι, Καστρί Αγιάς, Σκήτη, Θεολόγο Μελιβοίας, Βελίκα, Κόκκινο Νερό, Καστρί-Λουτρό και Αμπελάκια. Ενδεικτικά θα εξετάσουμε κάποια από αυτά:

Ο ΛΟΦΟΣ ΤΟΥ ΦΡΟΥΡΙΟΥ
O γνωστός σήμερα ως λόφος του Φρουρίου Λάρισας αποτέλεσε θέση συνεχούς κατοίκησης και διαδραμάτισε κεντρικό ρόλο σε όλες τις εποχές αφού είναι το μοναδικό ύψωμα που διαθέτει η πόλη της Λάρισας. Εδώ βρισκόταν στην αρχαία περίοδο η Ακρόπολη, σημαντικοί ναοί, καθώς και το αρχαίο θέατρο, που σώζεται μέχρι σήμερα. Στην ίδια θέση βρισκόταν, σύμφωνα με όλες τις ενδείξεις η ακρόπολη και το θρησκευτικό κέντρο της βυζαντινής πόλης που είχε περιορισθεί σε έκταση σε σχέση με την αρχαία. Σε σωστικές ανασκαφές των τελευταίων χρόνων έχουν αποκαλυφθεί μικρά λείψανα της οχύρωσης, για την οποία είναι γνωστό από τις πηγές ότι ανακαινίστηκε από τον Ιουστινιανό, και περιέκλειε μικρή ένταση γύρω από το λόφο. Τα σωζόμενα τμήματα βρίσκονται στην οδό Λαπιθών, στην οδό Νίκης, στην Κεντρική Πλατεία και στην Πλατεία Νέας Αγοράς. Στην σημερινή ονομασία της περιοχής ως Φρούριο συνέβαλε το εντυπωσιακό κτήριο του μπεζεστενιού, που χρησιμοποιήθηκε μέχρι τα τέλη του 19ου αι. ως οχυρό. Το μπεζεστένι κτίστηκε από τους Οθωμανούς στα τέλη του 15ου αι., στο κεντρικότερο σημείο του λόφου.

ΤΟ ΚΑΣΤΡΟ ΤΗΣ ΒΕΛΙΚΑΣ
Σύμφωνα με τις ιστορικές πηγές κτίστηκε την πρώιμη βυζαντινή περίοδο. Είναι το μεγαλύτερο της περιοχής και ξεχωρίζει για το σχήμα του που είναι πολυγωνικό. Στο εσωτερικό του σώζονται ερείπια βυζαντινού οικισμού. Το κάστρο είναι κτισμένο στην οχυρωματική γραμμή των Βυζαντινών, που μέσω Στομίου συνέδεε τη Λάρισα με τη Θεσσαλονίκη και το Βόλο, παρακάμπτοντας τα Στενά των Τεμπών. Σε πρόσφατο καθαρισμό των τειχών αναδείχθηκε οχύρωση έκτασης 25 στρεμμάτων, κτισμένης κατά το μεγαλύτερο μέρος στην παλαιοχριστιανική περίοδο. Στην ίδια περίοδο τοποθετούνται και τα κτίσματα που σώζονται στο εσωτερικό του κάστρου. Τα τείχη είναι κτισμένα με μεσαίου μεγέθους λίθους συνδεδεμένους ακανόνιστα με ισχυρό ασβεστοκονίαμα και έχουν πλάτος 2μ. Καλύτερα διατηρείται η ανατολική και νότια πλευρά με μέγιστο ύψος 3μ. Στη βάση των τειχών διατηρούνται μικρά τμήματα από ορθογώνιους κατεργασμένους λίθους που σχηματίζουν κανονικές σειρές και σε μερικά σημεία ακολουθούν διαφορετική κατεύθυνση από το κυρίως τείχος.

ΤΟ ΚΑΣΤΡΟ ΣΤΟ ΚΑΣΤΡΙ ΑΓΙΑΣ
Το βυζαντινό αυτό κάστρο λέγεται ότι κτίστηκε πάνω στα θεμέλια της ακρόπολης της αρχαίας πόλης Κερκίνειο. Τη σημερινή του μορφή την απέκτησε κατά τον 11ο – 13ο αιώνα. Η οχύρωση περιλαμβάνει τον εξωτερικό περίβολο και δύο εγκάρσιους εσωτερικούς περιβόλους. Ο εξωτερικός περίβολος ενισχύεται από τετράγωνους , κυκλικούς και τριγωνικούς πύργους. Στον πρώτο περίβολο σώζεται και ο ναός του Αγίου Γεωργίου που ιδρύθηκε τον 12ο αιώνα. Το κάστρο λόγω της θέσης του είχε μεγάλη στρατηγική σημασία στα βυζαντινά χρόνια, διότι εξασφάλιζε τον έλεγχο του κάμπου της Λάρισας, την είσοδο στην πεδιάδα της Αγιάς και τον δρόμο προς Κανάλια και Βόλο.

ΤΟ ΚΑΣΤΡΟ ΤΟΥ ΔΑΜΑΣΙΟΥ
Πρόκειται για ένα από τα μεγαλύτερα βυζαντινά κάστρα της Θεσσαλίας. Ιδιαίτερο χαρακτηριστικό στην αρχιτεκτονική του δόμηση είναι οι τρεις περίβολοι. Σήμερα σώζεται ένα τμήμα διπλών τειχών και του φυλακίου του. Αξίζει να αναφέρουμε ότι ήταν κτισμένο σε μια προνομιακή τοποθεσία όπου του επέτρεπε να ελέγχει το πέρασμα Ρεβένι προς τη Θεσσαλική πεδιάδα.

ΤΟ ΚΑΣΤΡΟ ΤΩΝ ΦΑΡΣΑΛΩΝ
Η πόλη Φάρσαλος περιβάλλονταν από ισχυρά τείχη, τα οποία άρχιζαν από την Ακρόπολη- σημερινός Προφήτης Ηλίας και κατέληγε στα βόρεια κράσπεδα της πόλης. Χρονολογούνται από τα τέλη 6ου-αρχές 4ου αιώνα π.χ. (Πολυγωνικοί ογκόλιθοι) Επιδιορθώθηκαν στα μέσα 4ου αιώνα π.χ. (Τετραγωνισμένοι λίθοι). Μετέπειτα πάνω τους προστέθηκε μια Βυζαντινή πλινθόκτιστη κατασκευή πιθανώς επί Ιουστινιανού- 6ος αιώνας μ.χ. Η Ακρόπολη έχει μήκος 500 μέτρα περίπου και μέγιστο πλάτος 60 μέτρα σε υψόμετρο 250 μέτρων. Η πύλη της Ακρόπολης βρισκόταν στη βόρεια πλευρά, σε σημείο όπου τα κυκλώπεια τείχη σώζονται σε καλή κατάσταση, ενώ άλλες δυο πύλες βρίσκονταν χαμηλότερα. Κοντά στη νότια πύλη διακρίνεται δεξαμενή νερού.

ΤΟ ΚΑΣΤΡΟ ΤΗΣ ΩΡΙΑΣ
Στο μέσον των Τεμπών από την πλευρά του Κισσάβου και πάνω από την πηγή της Αφροδίτης βρίσκεται το κάστρο της Ωριάς. Οι Αρχαίοι Έλληνες είχαν οχυρώσει το πιο στενό μέρος της κοιλάδας για την αντιμετώπιση των εισβολέων από βορρά. Από διάφορα ιστορικά γεγονότα αποδεικνύεται ότι το κάστρο ήταν αδιαπέραστο και αποτελούσε την Ακρόπολη, το μάτι του αμυντικού συγκροτήματος, επιβλέποντας όλη την περιοχή των Τεμπών.
Τα τείχη έφθαναν ως την άκρη του ποταμού, τα οποία καταστράφηκαν με την διάνοιξη του δρόμου. Μέρος του κάστρου σώζεται σήμερα. Χαρακτηριστικό του είναι ο διώροφος πύργος ο οποίος είχε αμυντικό κυρίως χαρακτήρα. Οι δύο περίβολοι που βρίσκονταν σε διαφορετικά επίπεδα αποτελούσαν το αμυντικό σύστημα του κάστρου. Ενώ, ο άνω περίβολος στην κορυφή του βράχου είχε την εποπτεία της διάβασης. Η ιστορία του κάστρου έχει συνδεθεί με πολλούς τοπικούς θρύλους. Το όνομα της Ωριάς, κατά τον θρύλο, προέρχεται από την κόρη του φρουράρχου, που ως λέγεται, ήταν σπάνιας ομορφιάς. Με την εισβολή των Τούρκων, ο πατέρας της την έκλεισε εντός του φρουρίου, η άλωση του οποίου έγινε μετά από πολύ καιρό από έναν Τούρκο μεταμφιεσμένο σε μοναχό. Όταν η Ωραία κατάλαβε την απάτη, έπεσε από το βράχο και σκοτώθηκε. Ο τάφος της λέγεται ότι είναι ακριβώς κάτω από το κάστρο, στην καμπούρα ενός βράχου πάνω από τον αυτοκινητόδρομο.

ΤΟ ΚΑΣΤΡΟ ΤΟΥ ΠΛΑΤΑΜΩΝΑ
Το Κάστρο ήταν χτισμένο στη θέση της αρχαίας Ηράκλειας (ή Ηράκλειο). Κτίστηκε από Λομβαρδούς Σταυροφόρους το 1204 και εξυπηρετούσε τον έλεγχο του περάσματος από τη Μακεδονία στη Θεσσαλία. Μετά την κατάληψή του από τους Βυζαντινούς, το 14ο αιώνα το κατέλαβαν οι Τούρκοι. Το 1770 καταλήφθηκε για μικρό χρονικό διάστημα από τους Έλληνες, όπως και το 1825 και 1878. Βομβαρδίστηκε από τον πλοίαρχο Σαχτούρη το 1897 και από τότε εγκαταλείφθηκε από τους Τούρκους. Το 1941 το Κάστρο χρησιμοποιήθηκε ως οχυρό των Νεοζηλανδών, οι οποίοι σκόπευαν να καθυστερήσουν την κάθοδο των Ναζί προς τη Θεσσαλία.
Το κάστρο βρίσκεται σε μικρή απόσταση από την κωμόπολη του Πλαταμώνα και στους νοτιοανατολικούς πρόποδες του Ολύμπου. Σ' αυτό συναντάμε τα 3 βασικά χαρακτηριστικά των μεσαιωνικών φρουρίων: τον πρώτο περίβολο, το δεύτερο περίβολο που αποτελεί και την ακρόπολη και τον κεντρικό πύργο. Ο εξωτερικός τοίχος του κάστρου έχει σχήμα πολυγωνικό.
Το κάστρο του Πλαταμώνα κρατούσε τα κλειδιά του μοναδικού ζωτικού και ασφαλούς περάσματος από τη Θεσσαλία στη Μακεδονία. Το ότι το Κάστρο δεν καταστράφηκε από τους Τούρκους φαίνεται να οφείλεται στη στρατηγική σημασία του. Δεν υπάρχει κατακτητής που να πέρασε από δω και να μην πολέμησε με πείσμα για την κυριαρχία αυτού του κάστρου. Σήμερα το κάστρο διατηρεί την πολυγωνικού σχήματος τείχισή του, που ενισχύεται από οκτώ τετράπλευρους πύργους. Στη νοτιοδυτική του πλευρά βρίσκεται η Ακρόπολη, με χωριστή τείχιση και σ' αυτήν προστέθηκε αργότερα ακροπύργιο οκταγωνικού σχήματος. Ανασκαφικές έρευνες ανακάλυψαν ως τώρα τα ερείπια δυο ναών , καθώς και οικιών. Οι δρόμοι ήταν λιθόστρωτοι, ενώ πλακόστρωτες αυλές πλαισίωναν την είσοδο των κατοικιών. Μέσα στο κάστρο συναντάμε επίσης δεξαμενές, φούρνους, αποθήκες, στάβλους, σιδηρουργείο, κεραμοποιείο, κ.λ.π

ΤΟ ΠΑΡΟΝ ΚΑΙ ΤΟ ΜΕΛΛΟΝ ΤΩΝ ΚΑΣΤΡΩΝ
Τα κάστρα είναι ζωντανοί και αδιάψευστοι μάρτυρες μιας σημαντικής περιόδου της ιστορίας του Ελλαδικού Χώρου στο πέρασμα από την Φραγκοκρατία στην τελευταία εποχή της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας.
Ξεχωρίζουν για την αξεπέραστη αρχιτεκτονική τους καθώς και για την καίρια από πλευράς τοπίου τοποθέτησή τους στον ευρύτερο γεωγραφικό χώρο. Η σημερινή προσβασιμότητα αυτών των περιοχών με το διεθνές ιστορικό – γεωγραφικό ενδιαφέρον δημιουργεί όλο και περισσότερους «φίλους» αυτών των μέχρι πρότινος απροσπέλαστων μνημείων, οπότε ταυτόχρονα με την γενικότερη τουριστική αξιοποίηση δημιουργούνται και νέες ανάγκες πληροφόρησης γύρω από τα χαρακτηριστικά και τις ιδιαιτερότητες τους .
Η Ελλάδα έχει σημαντική υστέρηση στη διατήρηση, ανάδειξη και προβολή της Μεσαιωνικής πολιτιστικής της κληρονομίας, σε σχέση με άλλες Ευρωπαϊκές χώρες. Στον Ελλαδικό χώρο βρίσκονται διάσπαρτα μεσαιωνικά κάστρα όπου στα πλαίσια του σχεδίου θα επιδιωχθεί η προβολή, δικτύωση και ανάδειξή τους.
Η Ένωση Ελληνικών Πόλεων με Μεσαιωνικά Κάστρα είναι ένα Δίκτυο Πόλεων, στο οποίο αυτή την στιγμή (μετά τον Καλλικράτη) συμμετέχουν 36 Δήμοι και 8 Περιφέρειες. Στόχος της Ένωσης είναι η «ανάδειξη, προβολή και δημιουργική αξιοποίηση» των Μεσαιωνικών κτισμάτων Άμυνας και Κατοικίας, δηλαδή την αξιοποίηση του πολιτιστικού θέματος για την ανάπτυξη του Πολιτισμού και του Τουρισμού σε όλες τις περιοχές της χώρας. Οι ενδεικτικές δράσεις που προτείνονται είναι οι ακόλουθες:
Εκπόνηση τεκμηριωμένου και ιστορικά εμπεριστατωμένου πληροφοριακού υλικού για όλα τα κάστρα, με στόχο την έκδοση οδηγών, άλμπουμς, βιβλίων κλπ.
• Οι εκδόσεις εντύπων, οδηγών, και χαρτών (και ηλεκτρονικών, GIS) τουριστικού και λοιπού ενδιαφέροντος.
• Δημιουργία σχετικής διαδραστικής ιστοσελίδας και διαδικτυακής επικοινωνίας.
• Αξιοποίηση της σύγχρονης τεχνολογίας για την ανάδειξη, προβολή και δημιουργική αξιοποίηση των μεσαιωνικών κτισμάτων άμυνας και κατοικίας - επεξεργασία βάσεων δεδομένων, γεωγραφική και ιστορική ταξινόμηση, συγκριτικά στοιχεία, την έκδοση ηλεκτρονικών ιστορικών οδηγών (cd-rom, dvd)
• Χαρτογράφηση και αποτύπωση των κάστρων σε Ελλαδικό και Ευρωπαϊκό επίπεδο
• Δημιουργία οπτικοακουστικού υλικού με διεθνείς συμπαραγωγές, για την τηλεόραση, το ραδιόφωνο, την δημιουργία υλικού για τα σχολεία και τα Πανεπιστήμια.
• Δημιουργία ντοκυμαντέρ
• Διοργάνωση εκδηλώσεων δημοσιότητας σε εθνικό και διεθνές επίπεδο. Οι εκδηλώσεις μπορούν να περιλαμβάνουν θεατρικές παραστάσεις, συναυλίες, παραδοσιακές μουσικοχορευτικές παραστάσεις, εκθέσεις ζωγραφικής, αναπαραστάσεις των ιστορικών γεγονότων, αθλητικές εκδηλώσεις κ.ά.)
• Δημιουργία και θεσμοθέτηση μιας πανευρωπαϊκής εορταστικής εκδήλωσης με επίκεντρο τα μεσαιωνικά κάστρα
• Διοργάνωση συνεδρίου παρουσίασης μελετών και εργασιών συντήρησης στοιχείων του πολιτιστικού περιβάλλοντος.
• Διαμόρφωση ειδικών τουριστικών πακέτων, όπως ειδικές διαδρομές (π.χ. ειδικές διαδρομές για περιήγηση στα κάστρα σε συνδυασμό με επισκέψεις σε χώρους ειδικού ενδιαφέροντος και ψυχαγωγίες, επισκέψεις σε χώρους φυσικού κάλους, γεύμα με παραδοσιακά εδέσματα, επισκέψεις σε επιχειρήσεις παραγωγής τοπικών παραδοσιακών προϊόντων κλπ)\
Η προβολή των περιοχών μέσω του σχεδίου θα συμβάλει στην καλύτερη ανάδειξη τους, στην αύξηση της τουριστικής κίνησης και θα έχει πολλαπλασιαστικά αποτελέσματα, στην ενίσχυση της επιχειρηματικότητας, στην αύξηση του εισοδήματος των κατοίκων των περιοχών και στη βελτίωση της ποιότητας ζωής τους.